L᾽«unilinguisme» officiel de Constantinople byzantine (VIIe-XIIe s.)

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ
Αποθετήριο :
Βυζαντινά Σύμμεικτα  | ΕΚΤ eJournals
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



L᾽«unilinguisme» officiel de Constantinople byzantine (VIIe-XIIe s.) (EL)
L᾽«unilinguisme» officiel de Constantinople byzantine (VIIe-XIIe s.) (EN)

OIKONOMIDES, Nikos

  Νίκος Οικονομίδης Η  επισήμως  «μονόγλωσση»  βυζαντινή  Κωνσταντινούπολη (7ος-12ος αι.)Η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ξεκίνησε με το όνειρο ενός δίγλωσσου κράτους, όπου τα Ελληνικά και τα Λατινικά θα χρησιμοποιούνταν εξίσου. Στις ανατολικές επαρχίες, όμως, η χρήση των Λατινικών υποχώρησε γρήγορα. Ωστόσο, όπως τεκμαίρεται από τις σφραγίδες, τα έγγραφα και κείμενα, όπως τα Θαύματα του αγίου Δημητρίου, σε ορισμένες περιοχές των Βαλκανίων και, βέβαια, στην Ιταλία, η χρήση δυο γλωσσών διατηρήθηκε. Στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου τα Ελληνικά χρησιμοποιούνται ευρύτατα από τη διπλωματία ως ένα είδος lingua franca.Οι Βυζαντινοί δεν φαίνεται να προσπάθησαν να μάθουν ξένες γλώσσες. Οι μεταφραστές προέρχονται από την περιφέρεια, από περιοχές δίγλωσσες, όπου η δεύτερη γλώσσα μαθαινόταν στο δρόμο. Οι ελληνόγλωσσοι κάτοικοι του κέντρου θεωρούσαν ότι οι άλλοι όφειλαν να γνωρίζουν την επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, δηλαδή τα Ελληνικά, εφόσον έρχονταν σ' αυτήν. Τούτο ίσχυε και για τους ξένους μισθοφόρους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν δικούς τους διερμηνείς, κυρίως μετά τη δημιουργία ταγμάτων που περιελάμβαναν στρατιώτες με κοινή εθνική προέλευση. Οι διερμηνείς της αυτοκρατορικής διοίκησης, που δρούσαν ενίοτε και ως κατάσκοποι, προέρχονταν συχνά από ξένες εθνότητες. Από τον 12ο αιώνα και εξής, οπότε η Κωνσταντινούπολη απέκτησε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, οι ερμηνευταί της αυλής και της αυτοκρατορικής γραμματείας παίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο.Οι Βυζαντινοί λόγιοι, ζώντας σε ένα είδος μεγαλοπρεπούς απομόνωσης, ενδιαφέρονταν κυρίως για της μορφές της ελληνικής γλώσσας του παρελθόντος. Τα «αττικίζοντα» ελληνικά ήταν η γλώσσα των μορφωμένων και των υψηλόβαθμων αξιωματούχων και αυτά τους ξεχώριζαν από τους λοιπούς. Επειδή, όμως, η «γλώσσα» αυτή δεν ήταν απόλυτα κατανοητή, ο όρος ερμηνευτής κατέληξε να δηλώνει τον δάσκαλο.Χωρίς να εγκαταλείψει την ελληνική γλώσσα, ο μορφωμένος Βυζαντινός γινόταν «πολύγλωσσος» για να υπηρετήσει κοινωνικές; φιλοδοξίες και όχι πρακτικές ανάγκες.  (EL)
  Νίκος Οικονομίδης Η  επισήμως  «μονόγλωσση»  βυζαντινή  Κωνσταντινούπολη (7ος-12ος αι.)Η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ξεκίνησε με το όνειρο ενός δίγλωσσου κράτους, όπου τα Ελληνικά και τα Λατινικά θα χρησιμοποιούνταν εξίσου. Στις ανατολικές επαρχίες, όμως, η χρήση των Λατινικών υποχώρησε γρήγορα. Ωστόσο, όπως τεκμαίρεται από τις σφραγίδες, τα έγγραφα και κείμενα, όπως τα Θαύματα του αγίου Δημητρίου, σε ορισμένες περιοχές των Βαλκανίων και, βέβαια, στην Ιταλία, η χρήση δυο γλωσσών διατηρήθηκε. Στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου τα Ελληνικά χρησιμοποιούνται ευρύτατα από τη διπλωματία ως ένα είδος lingua franca.Οι Βυζαντινοί δεν φαίνεται να προσπάθησαν να μάθουν ξένες γλώσσες. Οι μεταφραστές προέρχονται από την περιφέρεια, από περιοχές δίγλωσσες, όπου η δεύτερη γλώσσα μαθαινόταν στο δρόμο. Οι ελληνόγλωσσοι κάτοικοι του κέντρου θεωρούσαν ότι οι άλλοι όφειλαν να γνωρίζουν την επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, δηλαδή τα Ελληνικά, εφόσον έρχονταν σ' αυτήν. Τούτο ίσχυε και για τους ξένους μισθοφόρους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν δικούς τους διερμηνείς, κυρίως μετά τη δημιουργία ταγμάτων που περιελάμβαναν στρατιώτες με κοινή εθνική προέλευση. Οι διερμηνείς της αυτοκρατορικής διοίκησης, που δρούσαν ενίοτε και ως κατάσκοποι, προέρχονταν συχνά από ξένες εθνότητες. Από τον 12ο αιώνα και εξής, οπότε η Κωνσταντινούπολη απέκτησε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, οι ερμηνευταί της αυλής και της αυτοκρατορικής γραμματείας παίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο.Οι Βυζαντινοί λόγιοι, ζώντας σε ένα είδος μεγαλοπρεπούς απομόνωσης, ενδιαφέρονταν κυρίως για της μορφές της ελληνικής γλώσσας του παρελθόντος. Τα «αττικίζοντα» ελληνικά ήταν η γλώσσα των μορφωμένων και των υψηλόβαθμων αξιωματούχων και αυτά τους ξεχώριζαν από τους λοιπούς. Επειδή, όμως, η «γλώσσα» αυτή δεν ήταν απόλυτα κατανοητή, ο όρος ερμηνευτής κατέληξε να δηλώνει τον δάσκαλο.Χωρίς να εγκαταλείψει την ελληνική γλώσσα, ο μορφωμένος Βυζαντινός γινόταν «πολύγλωσσος» για να υπηρετήσει κοινωνικές; φιλοδοξίες και όχι πρακτικές ανάγκες.  (EN)

info:eu-repo/semantics/article
info:eu-repo/semantics/publishedVersion
historical Inquiry; philological analysis; Paleography (EN)

Constantinople (EN)
Byzantine empire (EN)

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ (EL)
Institute of Historical Research (IHR/NHRF) (EN)

Βυζαντινά Σύμμεικτα

Αγγλική γλώσσα

1999-09-29


Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών (ΙΙΕ/ΕΙΕ) / Institute of Historical Research (IHR/NHRF) (EN)

Byzantium, 7th-12th century A. D. (EN)
literary texts; seals (EN)
Middle Byzantine (EN)

1791-4884
1105-1639
Βυζαντινά Σύμμεικτα; SYMMEIKTA 13; 9-22 (EL)
Byzantina Symmeikta; SYMMEIKTA 13; 9-22 (EN)

Copyright (c) 2014 Nikos OIKONOMIDES (EN)



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.