Transboundary damage and international environmental law:: moving from international liability of State to international civil liability regimes The Kiev Protocol and Directive 2004/35/EC

 
see the original item page
in the repository's web site and access all digital files if the item*
share




2007 (EN)
Η διασυνοριακή ζημία στο διεθνές δίκαιο του περιβάλλοντος:: από τη διεθνή ευθύνη του κράτους σε συστήματα διεθνούς αστικής ευθύνης
Transboundary damage and international environmental law:: moving from international liability of State to international civil liability regimes The Kiev Protocol and Directive 2004/35/EC

Τρίμμη, Ελένη Ιωάννη

Σε πολλές περιπτώσεις οι επιδράσεις στο φυσικό περιβάλλον επιφέρουν προσβολές ιδιωτικών αγαθών ή προκαλούν οικολογικές ζημίες σε τόπους που απέχουν πολύ από τις πηγές της ρύπανσης. Η αποχέτευση των αποβλήτων ενός εργοστασίου στον παρακείμενο ποταμό είναι δυνατό να προκαλέσει ζημίες αρκετά χιλιόμετρα μακριά ενδεχομένως σε άλλη χώρα. Το ίδιο συμβαίνει και με εκπομπές από εγκαταστάσεις. Η ραδιενέργεια που απελευθερώθηκε από το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ κατέστρεψε καλλιέργειες γεωργικών προϊόντων σε άλλες χώρες και προκάλεσε ζημιογόνες επιδράσεις στον άνθρωπο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τεράστιες ζημίες σε ιδιώτες και εθνικές οικονομίες.. Εύλογα, λοιπόν, τίθενται τα ζητήματα αφενός μεν της ευθύνης των κρατών από τα οποία προήλθε η ρύπανση έναντι των κρατών που υπέστησαν τις ζημίες της ρύπανσης και αφ’ετέρου των ιδιωτών που υπέστησαν προσβολή στα αγαθά τους και περιουσιακή ζημία έναντι των προσώπων που προκάλεσαν τη ρύπανση. Το ζήτημα της ευθύνης σε αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν από τη διασυνοριακή ρύπανση του περιβάλλοντος εμφανίζεται τόσο ως ζήτημα διεθνούς δικαίου όσο και ως ζήτημα αστικού δικαίου, όπου όμως τίθενται και ενδιαφέροντα θέματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Δεν υπάρχει, πλέον, αμφιβολία ότι το διεθνές δίκαιο εγκαθιδρύει υποχρέωση του κράτους να μην προξενεί διασυνοριακή περιβαλλοντική ζημία σε άλλα κράτη. Συνεπώς, εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς ότι σε περίπτωση παραβίασης πρωτογενούς κανόνα που απαγορεύει την πρόκληση περιβαλλοντικής ζημίας εφαρμόζονται οι αρχές του δικαίου της ευθύνης των κρατών. Ωστόσο, πολλές πηγές ρύπανσης για το περιβάλλον αποτελούν νόμιμες δραστηριότητες, όπως οι χιλιάδες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τα αυτοκίνητα κ.α. και, συνεπώς, οι επιβαρύνσεις του φυσικού περιβάλλοντος προέρχονται και από νόμιμες δραστηριότητες, είτε αυτές εμφανίζουν χρονική διάρκεια είτε επέρχονται μετά από ατύχημα και οι οποίες συμβάλλουν αιτιωδώς στη διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας αλλά και στην προσβολή ιδιωτικών αγαθών. Επομένως, ο κατεξοχήν διασυνοριακός χαρακτήρας της περιβαλλοντικής ζημίας και το γεγονός ότι προκαλείται και από νόμιμες δραστηριότητες των κρατών με επικίνδυνο ή εξαιρετικά επικίνδυνο χαρακτήρα, ακόμα και αν οι εθνικές αρχές έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα προσήκουσας επιμέλειας-διότι συνήθως πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνες δραστηριότητες με περίπλοκες τεχνολογικές παραμέτρους- καθιστά απαραίτητη την ειδικότερη ρύθμιση του θέματος στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου.Ήδη από την στιγμή που η διεθνής κοινότητα, παρά τις αντιθέσεις συμφερόντων και αντιλήψεων, αναγνώρισε την παγκόσμια διάσταση του προβλήματος, αρκετά κράτη εξέφρασαν την άποψη ότι δεν απαιτείται περαιτέρω εξέλιξη του διεθνούς δικαίου σε αυτό το θέμα, καθώς είναι λογικό να εφαρμόζονται και στην περίπτωση ευθύνης του κράτους που απορρέει από περιβαλλοντική ζημία οι αρχές και οι κανόνες του διεθνούς δικαίου που είναι εφαρμοστέες στην διεθνή ευθύνη των κρατών. Εξάλλου, υποστηρίζεται ότι το ζήτημα καλύπτεται επαρκώς στο Σχέδιο άρθρων κρατικής ευθύνης (responsibility) για διεθνείς αδικοπραξίες της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου, το οποίο υιοθετήθηκε το 2001. Τα άρθρα του εν λόγω Σχεδίου αφορούν διεθνή ευθύνη του κράτους για διεθνείς αδικοπραξίες και τυγχάνουν εφαρμογής μόνο αφού παραβιαστεί ο πρωτογενής κανόνας δικαίου, όταν δηλαδή παραβιαστεί κανόνας που απαγορεύει την πρόκληση περιβαλλοντικής ζημίας. Στην πράξη, τα ίδια τα κράτη φάνηκαν διστακτικά να αποδεχτούν διεθνή ευθύνη σε πολλές περιπτώσεις περιβαλλοντικών καταστροφών και ακολούθησαν τη λύση της σύναψης ειδικών διεθνών συμφωνιών ανά κατηγορία περιβαλλοντικής ζημίας. Αυτή η προσπάθεια ρύθμισης του θέματος σε περιφερειακό, κυρίως, επίπεδο και σε σχέση με την αστική ευθύνη και την αποζημίωση αποδεικνύει τη διστακτικότητα της διεθνούς κοινότητας να υιοθετήσει την ευθύνη των κρατών, όταν πρόκειται για οικονομικές δραστηριότητες που συνήθως διεξάγονται από ιδιωτικές εταιρίες. Οι διεθνείς αυτές συμφωνίες θεσπίζουν ιδιαίτερα νομικά μορφώματα με κύριο χαρακτηριστικό την αστική ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης, η οποία συνδυάζεται με υπολειμματική ευθύνη του κράτους. Από την ανωτέρω γενική εικόνα προκύπτουν ορισμένα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η εξέλιξη της ευθύνης για περιβαλλοντική ζημία στο διεθνές δίκαιο του περιβάλλοντος. Αναλύεται ο ειδικότερος χαρακτήρας της διεθνούς ευθύνης για διασυνοριακή περιβαλλοντική ζημία. Στη συνέχεια στη βάση της μελέτης της πρακτικής των κρατών και των αποφάσεων δικαιοδοτικών οργάνων καταβάλλεται προσπάθεια να εξηγηθεί η ανάπτυξη καθεστώτος περιβαλλοντικής ευθύνης σε διεθνείς συμφωνίες ως η κυρίαρχη τάση στο διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο για την αντιμετώπιση της διασυνοριακής ζημίας από μη παράνομη δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, στο ίδιο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την καθιέρωση αντικειμενικής ευθύνης στις διεθνείς συμφωνίες περί αστικής ευθύνης και παρατίθεται σχόλιο για την ανάδειξη ή όχι της αντικειμενικής ευθύνης σε κανόνα εθιμικού δικαίου. Στο τέλος του κεφαλαίου γίνεται ειδική αναφορά στη σχέση του συστήματος αστικής ευθύνης με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».Επειδή το έργο της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου για ζημία που προκαλείται από δραστηριότητες που δεν απαγορεύονται από το διεθνές δίκαιο, στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τόσο το σχέδιο άρθρων για την πρόληψη της ζημίας όσο και το σχέδιο αρχών για τον καταμερισμό του κόστους σε περίπτωση διασυνοριακής ζημίας από επικίνδυνες δραστηριότητες. Και τα δύο σχέδια αυτά συνιστούν την επίσημη θέαση του ζητήματος της ευθύνης των κρατών για επιβλαβείς συνέπειες που απορρέουν από δραστηριότητες που δεν απαγορεύονται από το διεθνές δίκαιο. Διότι είναι σαφές ότι το σχέδιο άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση διασυνοριακής περιβαλλοντικής ζημίας από μη παράνομες δραστηριότητες.Κύρια θέση της μελέτης είναι ότι η κατεύθυνση που ακολουθεί η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου, αλλά και η πρακτική των κρατών στη διευθέτηση της ευθύνης για διασυνοριακή περιβαλλοντική ζημία αποτελεί μίγμα διεθνούς αστικής ευθύνης σε συνδυασμό με υπολειμματική κρατική ευθύνη. Σύμφωνα με το πρότυπο που ακολουθείται στις περισσότερες συμβάσεις διεθνούς αστικής ευθύνης, η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως τον φορέα της εκμετάλλευσης, ο οποίος συνήθως υπό την εποπτεία του κράτους υποχρεούται να έχει την απαραίτητη ασφάλιση για να εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι πόροι για την καταβολή των αποζημιώσεων. Μετά την συνομολόγηση της Σύμβασης του Λουγκάνο του 1993 για την αστική ευθύνη από διασυνοριακή περιβαλλοντική ζημία στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία δεν έχει τεθεί σε ισχύ, το Πρωτόκολλο του Κιέβου για την αστική ευθύνη και αποζημίωση της ζημίας που προκαλείται από τα διασυνοριακά αποτελέσματα βιομηχανικών ατυχημάτων σε διασυνοριακά ύδατα αποτελεί το πλέον πρόσφατο και εξειδικευμένο κείμενο. Παράλληλα, εξετάζεται η συσχέτιση του Πρωτοκόλλου του Κιέβου με την Οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας, η οποία με τη σειρά της εγκαθιδρύει ιδιαίτερο καθεστώς ευθύνης, καθώς πρόκειται για sui generis ευθύνη με κυρίαρχα, όμως, στοιχεία διοικητικού δικαίου. Η βασική μας θέση είναι ότι πλέον αποκρυσταλλώνεται η τάση θέσπισης διεθνών συμβάσεων για ευθύνη από περιβαλλοντική διασυνοριακή ζημία που προκαλείται από μη παράνομες πράξεις. Τα δύο πιο πρόσφατα σχετικά νομικά κείμενα παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά όσον αφορά στο φορέα και το είδος ευθύνης, διαφέρουν όμως στον ορισμό της ζημίας και στο περιεχόμενο της αποζημίωσης. Η μελέτη τους δείχνει ότι μέχρις στιγμής η πρακτική των κρατών τόσο μεμονωμένα όσο και σε περιφερειακό επίπεδο δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενιαίας προσέγγισης στην ευθύνη για περιβαλλοντική διασυνοριακή ζημία που προκαλείται από μη παράνομες πράξεις. Ίσως, οι εργασίες της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου και ειδικά το Σχέδιο αρχών για τον καταμερισμό του κόστους σε περίπτωση διασυνοριακής ζημίας από επικίνδυνες δραστηριότητες αποτελέσουν το έναυσμα για κοινή προσέγγιση του ζητήματος από τη διεθνή κοινότητα. Η συγγραφή βασίστηκε στη μελέτη της ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας για το ζήτημα της διεθνούς ευθύνης σε περιβαλλοντική ζημία, στη διεξοδική μελέτη των σχετικών προσχεδίων και εργασιών της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου και, κυρίως, στη σύγκριση των αιτιολογικών εκθέσεων και των διατάξεων του Πρωτοκόλλου του Κιέβου και της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ.
Human activities can cause severe damage to the environment. There are even lawful activities that can put the environment at risk and their adverse effects may have transboundary impact. Transboundary environmental damage raises issues of international state liability as well issues of private international law. The Chernobyl disaster and the ‘Amoco Cadiz’ oil spill are examples of environmental catastrophes that have crossed national borders and resulted in complex legal disputes in international law. Such transboundary damage has given rise to numerous theories of state responsibility or liability focusing on remedial rules. But for a long time State practice in this field remained inconsistent and fragmentary. During the last five decades the international community has recognised the global dimension of environmental damage issues and many countries expressed their belief that the rules of state responsibility are also applicable. It has also been suggested that this issue is covered by the 2001 International Law Commission (ILC) Draft Articles on State Responsibility. However the ILC draft articles are applicable only upon violation of a rule prohibiting environmental damage. In practice, states have been reluctant in accepting international liability for environmental damage and prefer to enter into international agreements with other states for each type of environmental damage. This trend to solving the problem in regional level and within the framework of civil liability rules proves the reluctance of modern states to accept international state responsibility when it comes to financial activities usually run by private enterprises. The aforementioned international agreements/treaties establish special legal schemes that introduce civil liability for the operator of the activity and at the same time provide for minimum state responsibility. This study is divided into three parts. The development of the notion of responsibility/liability for environmental damage within international law is described in the first chapter. The trend of introducing international liability regimes within the framework of international treaties is explained. Moreover, modern civil liability regimes are related to the “polluter pays” principle.Chapter II addresses the official point of view as prescribed in the ILC Draft Articles on prevention of damage and on allocation of cost in case of environmental damage arising from acts not prohibited by international law. The basic premise of our study is that the ILC studies as well as State practice show that responsibility/liability for transboundary international damage constitutes a mixture of international civil liability and minimal State responsibility. Following the Council of Europe Lugano Convention on civil liability from transboundary environmental damage, which has not entered into force, the 2003 Kiev Protocol on Civil Liability and Compensation for damage caused by the transboundary effects of industrial accidents on transboundary waters forms the most recent and specialised legal instrument in this context. Thus, Chapter III reviews related legal issues and compares the Kiev Protocol with the EU Directive 2004/35/EC on environmental liability with regard to the prevention and restoration of environmental damage, which also opts for a sui generis liability regime.

info:eu-repo/semantics/masterThesis
Postgraduate Thesis / Μεταπτυχιακή Εργασία

INTERNATIONAL ENVIRONMENTAL LAW
INTERNATIONAL ENVIRONMENTAL LIABILITY
ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
THE KIEV PROTOCOL
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ
TRANSBOUNDARY DAMAGE
ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΖΗΜΙΑ
ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΖΗΜΙΑ

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (EL)
Aristotle University of Thessaloniki (EN)

Greek
English

2007
2009-06-21T21:00:00Z


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Νομικής

This record is part of 'IKEE', the Institutional Repository of Aristotle University of Thessaloniki's Library and Information Centre found at http://ikee.lib.auth.gr. Unless otherwise stated above, the record metadata were created by and belong to Aristotle University of Thessaloniki Library, Greece and are made available to the public under Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International license (http://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0). Unless otherwise stated in the record, the content and copyright of files and fulltext documents belong to their respective authors. Out-of-copyright content that was digitized, converted, processed, modified, etc by AUTh Library, is made available to the public under Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International license (http://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0). You are kindly requested to make a reference to AUTh Library and the URL of the record containing the resource whenever you make use of this material.
info:eu-repo/semantics/openAccess



*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)