Comic illusion of Pierre Corneille and the esthetics of baroque

 
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο




2009 (EL)
L' illusion comique de Pierre Corneille et l' esthetique du baroque
Comic illusion of Pierre Corneille and the esthetics of baroque

Δεμίρη, Κυριακή Ανέστη

This essay explores the elements of baroque in the play of Pierre Corneille "The comic illusion"
Όταν ο Pierre Corneille γράφει την Illusion comique είναι μόλις 29 ετών και έχει προηγηθεί η συγγραφή αρκετών άλλων έργων του, κυρίως κωμωδιών (Mélite, 1629; La Veuve, 1631; La galerie du Palais, 1632; La Place Royale, 1634), μιας τραγικο-κωμωδίας (Clitandre, 1631) και μιας τραγωδίας (Médée, 1635). Η διάθεση του νεαρού Corneille να πειραματισθεί και να δοκιμάσει νέα συγγραφικά μονοπάτια – μάλιστα λίγο πριν δώσει τα λεγόμενα ”μεγάλα έργα” του, όπως το Le Cid (1637) και το Horace (1641) - είναι εμφανής στο Examen που προλογίζει την Illusion: ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το έργο του ”παράξενο τέρας”, χωρίς ωστόσο να μετανιώνει για το τολμηρό του αυτό εγχείρημα. Στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας μας, που τιτλοφορείται «Το παράξενο τέρας του Corneille: μια δομή παράξενη και χαοτική», μελετάμε το πώς ο συγγραφέας αψηφώντας τους θεατρικούς κανόνες της εποχής του καταφέρνει να δημιουργήσει ένα έργο τόσο ζωντανό που να πάλλεται μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα, το νεοκλασικό ιδεώδες και οι μορφολογικοί κανόνες που αυτό επιβάλλει (ενότητα χώρου και χρόνου, δράσης, αληθοφάνεια χαρακτήρων και καταστάσεων) παραμερίζονται ολοκληρωτικά και αντί ενός ιστορικού δράματος που ήταν το δραματικό είδος της εποχής, αναδύεται ένα έργο τόσο μυστηριώδες όσο και γοητευτικό, που χαρακτηρίζεται από μία μείξη διαφόρων ειδών του θεατρικού λόγου: μελόδραμα, οικογενειακό δράμα, μπουρλέσκ, τραγωδία, βουκολικό δράμα κ.α. Επιπλέον, ο νεαρός συγγραφέας φαίνεται να γοητεύεται από νέες τεχνικές όπως το θέατρο μέσα στο θέατρο (théâtre dans le théâtre), το mise en abyme, οι ″πολλαπλές παρεξηγήσεις″ (quiproquo) κ.α., που όλες έξω από κάθε σύμβαση του 17ου αιώνα, ενώνουν τις δυνάμεις τους δημιουργώντας έναν ετερόκλιτο αλλά και γοητευτικό θεατρικό Μινώταυρο.Παράλληλα, ο 17ος αιώνας, ο αιώνας όπου ο Corneille ζει και δημιουργεί, είναι μια καινούρια εποχή για την ανθρώπινη πραγματικότητα, που σηματοδοτείται από νέες ανακαλύψεις σε πολλαπλά πεδία. Η ανακάλυψη του μικροσκόπιου και η διατύπωση των θεωριών του Γαλιλαίου και του Κοπέρνικου αλλάζουν τις σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο, ο οποίος γρήγορα συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει ένα συνολικό νόημα που να τον δένει μ'αυτόν. Παράλληλα, καθώς αρχίζει να αμφισβητείται ο ρόλος της θρησκείας που μέχρι τότε νοηματοδοτούσε τον κόσμο, το Υποκείμενο αποκτά δράση και πίστη μέσα στο σύμπαν των δικών του δυνατοτήτων και εξερευνά τα όριά του. Ταυτόχρονα, μια νέα αισθητική τάση αναδύεται που οραματίζεται με αισιοδοξία έναν νέο κόσμο, ο οποίος τοποθετώντας τον άνθρωπο και όχι πια το Θεό στο κέντρο του γαλαξία, βαδίζει με πίστη στις δυνατότητες του ανθρώπινου είδους. Η νέα αυτή τάση είναι το μπαρόκ και πολύ γρήγορα γοητεύει μια σειρά φωτισμένων ανθρώπων της εποχής, απ’τον Shakespeare και τον Calderón έως τον Alexandre Hardy και τον Corneille.Η Illusion comique είναι ένα έργο μπαρόκ και σαν σχέσεις ειδώλου, αντανακλώνται στο περιεχόμενό του το πνεύμα, οι ελπίδες και οι προβληματισμοί μιας ολόκληρης εποχής. Η αστάθεια, που είναι και το πρώτο χαρακτηριστικό που μελετάμε του θεατρικού μπαρόκ έτσι όπως αυτό εγγράφεται στο έργο του Corneille, παίρνει τη μορφή μιας προσαρμοστικότητας του Υποκειμένου που ψάχνει όχι απλά να εδραιώσει μια θέση μέσα στη νέα πραγματικότητα, αλλά αναπτύσσοντας τεχνικές ευκαμψίας και χαμαιλεοντισμού ζητά να ξεχωρίσει σ’έναν κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται. Το ασφαλέστερο ίσως έδαφος για να παίξουν οι ήρωες της Illusion το παιχνίδι της μάσκας και της μεταμφίεσης είναι ο έρωτας, ο οποίος επιτρέπει, αν όχι ενθαρρύνει, την παράλληλη ύπαρξη πολλαπλών ”εγώ”. Έτσι, η άρνηση του Clindor ή του Théagène να δεσμευτούν μ’ένα ταίρι ή με τα δεσμά του γάμου έχει σαφώς κοινωνική διάσταση, αλλά περισσότερο ανασύρει για τον ήρωα ένα βαθύτερο, υπαρξιακό ζήτημα: μονιμότητα στον έρωτα σημαίνει τέλμα και αλλαγή ή προσχώρηση, έστω και μερική, στην ταυτότητα του άλλου, αλλά και προσαρμοστικότητα σ’έναν καθορισμένο τρόπο ζωής με στοιχεία κοσμικότητας˙ απ’την άλλη, η αστάθεια εξασφαλίζει στους πρωταγωνιστές της Illusion ελευθερία αλλά και δυνατότητα να αναδιπλωθούν και να θέσουν ερωτήματα για το νόημα της ίδιας τους της ύπαρξης και της περιπέτειας της ζωής. Έτσι, η θεατρική πράξη, όπως αυτή παρουσιάζεται στον Corneille, δεν είναι παρά η απεικόνιση μιας διαρκούς πάλης ανάμεσα στο ‘’εγώ’’ των ηρώων και στον ευρύτερο κόσμο που τους περιβάλλει, μια αέναη αγωνία να προσδιορίσουν τον εσωτερικό μικρόκοσμό τους σε σχέση με έναν μεγαλύτερο, με τον συμπαντικό και απέραντο κόσμο.Το δεύτερο χαρακτηριστικό του μπαρόκ που βρίσκουμε εγεγραμμένο στο έργο του Corneille και που δεν είναι παρά μια άλλη όψη της αστάθειας, είναι η μεταμφίεση. Η μάσκα, κατεξοχήν εργαλείο της μεταμφίεσης και σε άμεση συνάρτηση με τη ψευδαίσθηση, μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη της ανεξαρτησίας, που επιτρέπει στα πρόσωπα του έργου ν’αναζητούν την ατομική τους μοίρα μέσα σ’ένα χαοτικό σύμπαν που επιβάλλει τους δικούς του κανόνες. Παράλληλα, όμως, η εμπειρία της μεταμφίεσης γεννά παραδόξως την ανάγκη της ειλικρίνειας. Απελευθερώνοντας τους ήρωες από τις κοινωνικές συμβάσεις, και με την προστασία ενός προσωπείου, ο Corneille δημιουργεί μια παροδική χαοτική τάξη, απαραίτητη, όμως, για την ανάδυση της αλήθειας. Μόνο όταν ο Clindor βρεθεί στη φυλακή, με το εγώ του σε πλήρη διάσπαση και αφού έχει περιπλανηθεί σ’αλλόκοτα μονοπάτια, φτάνει στην εσωτερική του αλήθεια. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Matamore, τον θρασύδειλο capitaine, για τον οποίο το προσωπείο του ψέματος του επιτρέπει να υπάρχει και να δρα σε ένα σχεδόν παράλληλο σύμπαν που υπάρχει κάπου μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, παρουσίας και απουσίας, συνειδητού και ασυνείδητου, ″είναι″ και ″φαίνεσθαι″. Ο χώρος και ο χρόνος, χωρίς σταθερά χαρακτηριστικά, τοποθετούν το Υποκείμενο σε μια κατάσταση ‘’τράνζιτο’’ και απελευθερώνοντάς το, του επιτρέπουν, κρυμμένο πίσω από το παιχνίδι της φαινομενικότητας και με το ασφαλές προπέτασμα της κωμικότητας, να φτάσει στα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής του, να αγγίξει την anima του και να ανακαλύψει σε αυτά τα εσωτερικά ταξίδια τις πιο ενδόμυχες πτυχές της ψυχής του.Στο μπαροκινό σύμπαν, χαοτικό και χωρίς σταθερές συντεταγμένες αλλά με το δομικό συστατικό μιας χωροχρονικής πολλαπλότητας, το άτομο, περνώντας με άνεση από το ένα προσωπείο στο άλλο, υιοθετώντας την αλήθεια του ψέματος και συνειδητοποιώντας την ματαιοδοξία του έρωτα, αντιμετωπίζει από άλλη θέση την προσωπική του μοίρα εγκαθιστώντας μια καινούρια διαλεκτική μεταξύ της ύπαρξής του και του πεπρωμένου του που χαρακτηρίζεται από ζωηρό πάθος. Οι ήρωες της Illusion comique εκφράζουν αυτήν την αισιοδοξία (που είναι και το τέταρτο χαρακτηριστικό που βάζει στο μικροσκόπιο η εργασία αυτή) και κάνοντας αναγνώσεις των δυνατοτήτων των πράξεών τους, διευρύνουν την παρουσία τους στον κόσμο δοκιμάζοντας νέους τρόπους να υπάρχουν μέσα σε αυτόν. Η απόφαση της Isabelle να παντρευτεί αυτόν που αγαπά, κόντρα στην πατρική διαταγή, δεν συνιστά απλά μια επαναστατική πράξη ανυπακοής στις κοινωνικές επιταγές, αλλά αποτελεί μια ηχηρή χειρονομία υπέρβασης των ίδιων της των ορίων που ταυτόχρονα θέτει σε εφαρμογή μια εσωτερική δυναμική και αισιοδοξία, ικάνη να εξουδετερώσει όλα τα πιθανά εμπόδια στην κατάκτηση του κόσμου που οραματίζεται. Εξάλλου, σ’ένα σύμπαν ανεστραμμένο, όπου όλα συμβαίνουν ″σαν να″, η ανατροπή των καθεστηκείων ισορροπιών γίνεται ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το έργο: η ταπεινή υπηρέτρια είναι αυτή που συλλαμβάνει τις μεγάλες ιδέες, το πρόσωπο-κλειδί της δραματικής πλοκής, συμβολίζοντας με τον καλύτερο τρόπο πως η ανθρώπινη μοίρα δεν είναι παρά ένα παιχνίδι και πως ο πραγματικός κόσμος δε διαφέρει και πολύ από τον μαγικό κόσμο του θεάτρου όπου όλα είναι πιθανά, αρκεί να το πιστέψουμε. Ουσιαστικά, ο ιησουίτικος οπτιμισμός του Corneille θριαμβεύει, δείχνοντάς μας πως ο πιο ασφαλής δρόμος είναι τελικά η τόλμη, αυτή που θα επισκιάσει αργότερα η ιανσενιστική μελαγχολία του Racine προαναγγέλοντας τα αδιέξοδα και τους προβληματισμούς της σύγχρονης σκηνής.Τέλος, δε θα μπορούσαμε να κλείσουμε διαφορετικά την περιδιάβασή μας στον κόσμο του μπαρόκ και στα χαρακτηριστικά εκείνα που διαφαίνονται στο έργο του Corneille, παρά με μια εξέταση των ιστών των θεατρικών δομών και σχέσεων, όπως αυτοί αναπτύσσονται σε μορφικό και υφολογικό επίπεδο. Ο μετεωρισμός του Υποκειμένου, η πολλαπλότητα του εγώ, η αυτοσυνείδηση και η αυτενέργεια, οι υπαινιγμοί και οι λοξές ματιές προς την παράδοση και το μοντέρνο, με δυό λόγια όλα τα στοιχεία του κειμένου που αποτελούν εγγραφές ενός θεάτρου μπαρόκ, αποτυπώνονται στη γενικότερη αισθητική της πρόσληψης του συγγραφέα. Η μη ύπαρξη ενός μοναδικού κέντρου ενδιαφέροντος, αλλά η ταυτόχρονη ύπαρξη παράλληλων κέντρων, η χαοτική δομή του με τις εγκιβωτισμένες δράσεις, η μεθυστικά γρήγορη διαδοχή σκηνών και το αιφνίδιο πέρασμα από το ένα δραματικό είδος στο άλλο, ενισχύουν τη ρευστότητα της ταυτότητας του μπαροκινού ήρωα και την αμφίσημη (αλλά και αμφίθυμη) θέση του μέσα στον κόσμο και δίνουν μελετημένα σ’αυτό το ″παράξενο τέρας″ την συγκεχυμένη μορφή ενός ″υπέροχου εφιάλτη″.Τελικά που βρίσκεται η απάντηση; Στο ″ψέμα″ ή στην ″αλήθεια″; Και τι είναι πιο ″αληθινό″, η ζωή που γίνεται θέαμα στην σκηνή του θεάτρου ή το θέαμα που γίνεται ζωή στην σκηνή του κόσμου; Ή μήπως κάτι άλλο; Ο Pierre Corneille δε δίνει απάντησηΑυτή η φαινομενικά ανάλαφρη κωμωδία συνοψίζει το πανδαιμόνιο της θεατρικής περιπέτειας, αφού ο συγγραφέας δεν καταπιάνεται με μια ιστορία, αλλά τοποθετεί ως κεντρικό ″ήρωα″ το ίδιο το θέατρο που συνδιαλέγεται με το σύμπαν και αναρωτιέται γύρω από τη σχέση του με την πραγματικότητα.Στο 2ο μέρος της εργασίας μας, μελετάμε αρχικά το θέμα της ψευδαίσθησης, της ″illusion″, όπως πολύ σοφά επιλέγει για τίτλο του έργου του ο γάλλος δραματουργός, δεδομένου ότι αυτή γίνεται το όχημα που αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο μπροστά μας τους μηχανισμούς της θεατρικής τέχνης. Όλη αυτή η απόπειρα της αυτοαναφορικότητας αλλά και η γενικότερη προβληματική γύρω από τη φύση του συνδέονται, όπως δείξαμε, με μια σειρά σκηνικών και αισθητικών μεταγραφών που, απροσδόκητα αλλά πειστικά, μετουσιώνουν ένα υβριδικό έργο με σχηματική πλοκή και υποτυπώδεις χαρακτήρες σ’έναν μεταμοντέρνο προβληματισμό γύρω από τη βαθύτερη ουσία του μαγικού αρχετύπου, που δεν είναι άλλο από το θέατρο.Όταν το έργο θα φτάσει στο τέλος του, ο ηθοποιός είναι μεταμορφωμένος και ο θεατής έχει μεταφερθεί σ’έναν άλλον κόσμο – έστω και μόνο για όσο διαρκεί η παράσταση. Και αυτό γιατί ο Corneille δικαιώνει το θέατρο. Πράγματι, δια στόματος ενός σοφού μάγου, πλέκει έναν εγκωμιαστικό λόγο όπου απαριθμώνται οι αρετές της θεατρικής τέχνης με ύψιστη αυτήν της συμφιλίωσης των ανθρώπων. Στην τελευταία πράξη, μια ξαφνική ανατροπή μεταλλάσσει τη θανάσιμη έκβαση σε happy end και εξαναγκάζει τον πατέρα σε ηθική μεταστροφή και κάθαρση, υπογραμμίζοντας, πέρα από τον επικερδή χαρακτήρα του επαγγέλματος, την συνεισφορά του ως μέσο αυτοσυνείδησης που οδηγεί στην απόκτηση της αληθινής ταυτότητας του ατόμου. Το θέατρο, λοιπόν, παιδαγωγεί και σώζει, αφού, εκεί που απέτυχαν όλα, αποδείχτηκε το μόνο ικανό να επιβληθεί πάνω στη ζωή και να φέρει στην επιφάνεια την αλήθεια της. Άλλωστε, τί είναι η αλήθεια; Με το πέσιμο της αυλαίας του έργου και την ολοκλήρωση της εργασίας αυτής, το ερώτημα μένει μετέωρο μπροστά μας. Τελικά, ίσως να μην είναι άλλο από αυτό που η ίδια η λέξη από μόνη της δηλώνει: α-λήθεια, απ’το στερητικό α- και τις ρίζες ληθ- και λαθ-, απ’όπου και οι λέξεις λήθη, λησμονιά, λήθαργος, λάθος, λανθάνω, λαθραίος κ.α. Α-λήθεια είναι ο αλάνθαστος λόγος, ο σωστός (αυτός που δεν είναι λάθος ή που είναι αληθής, δηλ. α+λάθος), που μας έσωσε κάποτε και γι’αυτό σώζεται απ’τη λήθη στο νου. Και ο Pierre Corneille με αυτό του το έργο δείχνει πως η θεατρική τέχνη πολλές φορές είναι ταυτόσημη με την κοινωνία, την ύπαρξη, τη ζωή, την αλήθεια.

info:eu-repo/semantics/masterThesis
Postgraduate Thesis / Μεταπτυχιακή Εργασία

Μπαρόκ
Αισθητική
Illusion
Pierre Corneille
Κωμική
Κωμική ψευδαίσθηση
L'illsion comique
Baroque
Esthetique
Comic

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (EL)
Aristotle University of Thessaloniki (EN)

Ελληνική γλώσσα
Αγγλική γλώσσα

2009
2009-11-26T10:35:37Z


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας

This record is part of 'IKEE', the Institutional Repository of Aristotle University of Thessaloniki's Library and Information Centre found at http://ikee.lib.auth.gr. Unless otherwise stated above, the record metadata were created by and belong to Aristotle University of Thessaloniki Library, Greece and are made available to the public under Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International license (http://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0). Unless otherwise stated in the record, the content and copyright of files and fulltext documents belong to their respective authors. Out-of-copyright content that was digitized, converted, processed, modified, etc by AUTh Library, is made available to the public under Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International license (http://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0). You are kindly requested to make a reference to AUTh Library and the URL of the record containing the resource whenever you make use of this material.
info:eu-repo/semantics/openAccess



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.