Φαντασιακές προσλήψεις και αναπαραστάσεις του αρχαίου ελληνικού μνημείου σε χαρακτικά ευρωπαϊκών περιηγητικών εκδόσεων (17ος - 19ος αι.)

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :

Αποθετήριο :
Περιοδικό Μουσείο Μπενάκη  | ΕΚΤ eJournals
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Φαντασιακές προσλήψεις και αναπαραστάσεις του αρχαίου ελληνικού μνημείου σε χαρακτικά ευρωπαϊκών περιηγητικών εκδόσεων (17ος - 19ος αι.) (EL)
Imaginary perceptions and representations of the ancient Greek monument in the engravings of European travel literature (17th - 19th centuries) (EN)

Kouria, Aphrodite

Με πυρήνα ορισμένα χαρακτικά από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη και τη σημαντική Συλλογή Ευστάθιου Ι. Φινόπουλου το άρθρο αυτό διερευνά πώς μορφοποιείται η φαντασιακή πρόσληψη του αρχαίου ελληνικού μνημείου σε εικόνες των ευρωπαϊκών περιηγητικών εκδόσεων από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Η μυθολογία του ερειπίου σφραγίζει τη σχέση της Ευρώπης με την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα μέσα στους αιώνες, με πολλαπλές εκφάνσεις στην τέχνη και γενικότερα στον πολιτισμό. Η Ρώμη με το πλήθος των μνημείων της κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο, μάλιστα αποτελεί πολυδύναμο σημείο αναφοράς και για τις απεικονίσεις "ελληνικών" μνημείων τον 17ο-18ο αιώνα με προεκτάσεις και στον 19ο. Ορισμένα χαρακτικά με αυθαίρετες συσσωρεύσεις ερειπίων —σε ολλανδικές κυρίως εκδόσεις του 17ου αιώνα- έχουν ασφαλώς τις καταβολές τους σε έργα με ρωμαϊκές αρχαιότητες φιλοτεχνημένα από καλλιτέχνες των Κάτω Χωρών, που εργάστηκαν στη Ρώμη κατά τον 16ο αιώνα. Σε όλες αυτές τις εικόνες ένας ολόκληρος κόσμος που έχει καταρρεύσει υποβάλλει την ιδέα του χρόνου που καταστρέφει τα πάντα, ενώ οι ανθρώπινες φιγούρες υποδηλώνουν το ουμανιστικό ενδιαφέρον για τη μελέτη των αρχαίων λειψάνων προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν τα μυστικά τους. Κατά τον 18ο αιώνα η Ρώμη με τη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική σκηνογραφία της -αρχαία και νεότερη- ασκεί στη λόγια Ευρώπη μαγνητική έλξη, που εκδηλώνεται και με το πλήθος των απεικονίσεων της "αιώνιας πόλης", οι οποίες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Η ιταλική ζωγραφική και χαρακτική των ερειπίων —με κορυφαίους εκπροσώπους της τον G. Ρ. Panini και τον G. Β. Piranesi αντίστοιχα, οι ρωμαϊκές vedute ideate (φανταστικές τοπογραφικές απόψεις) και τα αρχιτεκτονικά "καπρίτσια" θα αποτελέσουν το κύριο πρότυπο –με συνεπίκουρο τη γαλλική ζωγραφική αυτής της θεματικής- για τα χαρακτικά με φανταστικές ή και πραγματικές ελληνικές αρχαιότητες, όπως φαίνεται από την αυθαίρετη γειτνίαση ετερόκλητων μνημείων, αγαλμάτων και αγγείων σε ένα πλασματικό χώρο, τη σκηνοθεσία της σύνθεσης, το Staffage, την εκφραστική χρήση της φωτοσκίασης, τη διαλεκτική σχέση της φυσης και των έργων του ανθρώπου. Οι αρχαιότητες ως "θέαμα", μέσα στο κομψό αισθητικό κλίμα του 18ου αιώνα, με πινελιές ροκοκό, όπου εγγράφεται και το αίτημα για τη γραφικότητα (το pittoresque). Παράλληλα, αυτές οι εικόνες εκφέρουν λόγο και για το sublime: για τον "υψηλό" χαρακτήρα και το ευγενικό μεγαλείο των ελληνορωμαϊκών έργων, μέσα στο πνεύμα του Νεοκλασικισμού, όπου αναπτύχτηκε και η λατρεία (culte) του αρχαίου έργου-αντικειμένου τέχνης σε συνάρτηση με την αρχαιογνωσία της εποχής και τις ανασκαφές Το εντυπωσιακό μέγεθος, άρρηκτα συνδεδεμένο με το μνημειακό μεγαλείο, συνιστά τότε έναν όρο για τη δοξαστική, συγκινησιακά φορτισμένη αντιμετώπιση των αρχαιοτήτων καθώς και για την οπτική πρόσληψη τους, με άμεση επίπτωση στη διαχείριση τους ως εικόνων. Από την άποψη αυτή τα χαρακτικά του Γάλλου αρχιτέκτονα Le Roy είναι παραδειγματικά για τον ελληνικό χώρο. Στο α μισό του 19ου αιώνα, όταν η νεότερη, υπαρκτή Ελλάδα έρχεται στο προσκήνιο, τα ιδεολογικά και αισθητικά φίλτρα του Ρομαντισμού, του Οριενταλισμού και του Φιλελληνισμού θα επηρεάσουν τις αναπαραστάσεις του αρχαίου ελληνικού μνημείου στα χαρακτικά των περιηγητών, και όχι μόνο. Το ρεπερτόριο των αρχαιοτήτων "εξελληνίζεται", με αναγνωρίσιμα πλέον, πραγματικά μνημεία και έργα τέχνης, και μάλιστα αυτά στα οποία πέφτουν οι προβολείς (Ακρόπολη, Ελγίνεια, Καρυάτιδες). Η νέα θεματική προϋποθέτει και απαιτεί άλλα πρότυπα (βλ. π.χ. την έγκυρη έκδοση των Stuart και Revett). Επιβιώνουν όμως ακόμη μορφοπλαστικοί τρόποι και εικονογραφικά μοτίβα της παλαιότερης παράδοσης, της ζωγραφικής και χαρακτικής των ερειπίων του 18ου αιώνα. Το διπολικό σχήμα πραγματικότητας και φαντασίας παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον στις εικαστικές εκδοχές του. Η προσέγγιση αυτού του πολυδιάστατου θέματος εστιάστηκε σε κάποιες χαρακτηριστικές πτυχές του, με άξονα τις δύο συντεταγμένες του: την εικονογραφία και τη μορφολογία των έργων, που και οι δύο, ισότιμα σχεδόν, αναδεικνύουν την πολυσημία του, ενώ παράλληλα καταδεικνύουν τον ευρύ ορίζοντα έρευνας που υπαγορεύει η μελέτη αυτού του υλικού. Έμφαση δόθηκε στον 18ο αιώνα (πιο συγκεκριμένα στο β' μισό του), εποχή ιδιαίτερα σημαντική για τη σχέση της Ευρώπης με την κλασική αρχαιότητα, μέσα από τη συνεργία ποικίλων παραγόντων. Ανάμεσα τους, η άμεση επαφή πολυάριθμων λογίων, καλλιτεχνών, πλούσιων και φιλότεχνων Ευρωπαίων με τα απτά ίχνη του αρχαίου κόσμου στη Ρώμη κυρίως, υπήρξε καταλυτική. Μπορεί μάλιστα να υποστηριχτεί ότι αυτή λειτούργησε και ως μοχλός για τη δόμηση μιας φαντασιακής πρόσληψης της ελληνικής αρχαιότητας. (EL)
No abstract (available). (EN)

info:eu-repo/semantics/article
info:eu-repo/semantics/publishedVersion

Ιστορία & Αρχαιολογία (EL)
History and Archaeology (EN)


Περιοδικό Μουσείο Μπενάκη

Αγγλική γλώσσα

2018-08-10


Μουσείο Μπενάκη / Benaki Museum (EL)

2407-9502
1109-4109
Μουσείο Μπενάκη; Vol 2 (2002); 125-136 (EL)
Mouseio Benaki Journal; Vol 2 (2002); 125-136 (EN)

Copyright (c) 2018 Aphrodite Kouria (EN)



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.