Μελέτη της οντογένεσης του σκελετού και των παραμορφώσεών του στο μυλοκόπι, Umbrina cirrisa (Linnaeus, 1758).

RDF 

 
This item is provided by the institution :
University of Crete
Repository :
E-Locus Institutional Repository
see the original item page
in the repository's web site and access all digital files if the item*
share



Semantic enrichment/homogenization by EKT
2005 (EN)
Μελέτη της οντογένεσης του σκελετού και των παραμορφώσεών του στο μυλοκόπι, Umbrina cirrisa (Linnaeus, 1758).

Νεοφύτου, Μαρία

Στην παρούσα διατριβή μελετήθηκε η οντογένεση της σπονδυλικής στήλης και του σκελετού των εξαρτημάτων του μυλοκοπιού, Umbrina cirrosa, (Linnaeus, 1758) καθώς και οι παραμορφώσεις που αυτό εμφανίζει σε συγκεκριμένες συνθήκες εκτροφής με στόχο την εφαρμογή των αποτελεσμάτων στην κατανόηση και επίλυση πρακτικών προβλημάτων που αφορούν στην εισαγωγή του μυλοκοπιού στην Μεσογειακή ιχθυοκαλλιέργεια. Η μελέτη της οστεολογικής ανάπτυξης πραγματοποιήθηκε σε 170 άτομα που εκτράφηκαν με την μέθοδο του μεσοκόσμου, ολικού μήκους (TL) από 2.7 έως 30.2 mm. Για την ανάπτυξη των σκελετικών παραμορφώσεων μελετήθηκαν συνολικά 821 άτομα που προήλθαν από εντατικές εκτροφές διαφορετικής ιχθυοφόρτισης (50 νύμφες/l και 25 νύμφες/l) και 231 άτομα από εντατικές εκτροφές διαφορετικού πρωτοκόλλου αποκοπής από τη ζωντανή τροφή (Α: αποκοπή ημέρα 29 Μ.Ε (χορήγηση Artemia spp.), B: αποκοπή ημέρα 20 M.E (χορήγηση Artemia spp.), Γ: αποκοπή ημέρα 29 Μ.Ε (μη χορήγηση Artemia spp.). Όλα τα δείγματα μελετήθηκαν μετά από εκλεκτική χρώση των χόνδρων και των οστών. Η έναρξη της οντογένεσης της σπονδυλικής στήλης παρατηρήθηκε στα 3.4 και 4.0 mm TL, με το σχηματισμό των πρώτων χόνδρινων νευρικών και αιματικών αποφύσεων αντίστοιχα, και ολοκληρώθηκε στα 12.5 mm TL όπου σχηματίστηκαν πλήρως οι νωτιαίες πλευρές. Τα κέντρα των σπονδύλων διαμορφώθηκαν μεταξύ 4.1 και 7.4 mm TL. Τα πρώτα στοιχεία πτερυγίων που σχηματίστηκαν ήταν τα στηρικτικά οστά των θωρακικών πτερυγίων (3.0 mm TL), και ακολούθησαν τα στηρικτικά οστά του ουραίου (3.8 mm TL), των κοιλιακών (3.9 mm TL) και τελευταία του εδρικού και του ραχιαίου πτερυγίου ταυτόχρονα (4.5 mm TL). Το ουραίο πτερύγιο στο μυλοκόπι ήταν το πρώτο που εμφάνισε ακτίνες και το πρώτο που απόκτησε τον πλήρη αριθμό λεπιδοτριχίων (4.5-6.8 mm TL), αλλά το τελευταίο που ολοκλήρωσε τον πλήρη αριθμό των δερματοτριχίων (6.9-17.5 mm TL). Τα επόμενα πτερύγια που εμφάνισαν ακτίνες, ήταν κατά σειρά το ραχιαίο (5.3 mm TL), τα θωρακικά (5.6 mm TL) και τέλος το εδρικό και τα κοιλιακά ταυτόχρονα (5.7 mm TL). Μετά τα ουραία λεπιδοτρίχια (6.8 mm TL), η οντογένεση των πτερυγίων ολοκληρώθηκε με τη εξής σειρά: ραχιαίο, εδρικό (6.9 mm TL), κοιλιακά (7.4 mm TL), και θωρακικά (9.8 mm TL). Τελευταία από τα μεριστικά, σχηματίστηκαν τα ουραία δερματοτρίχια.. Όσον αφορά την επίδραση της ιχθυοφόρτισης u963 στην ανάπτυξη των παραμορφώσεων, βρέθηκε ότι αυτή δεν επηρεάζει τον τύπο των παραμορφώσεων, παρά μόνο τη συχνότητα εμφάνισής τους. Δείχθηκε επίσης ότι η υψηλότερη ιχθυοφόρτιση οδηγεί σε μεγαλύτερο ποσοστό σκελετικών δυσπλασιών για τρεις σοβαρές παραμορφώσεις: την σύντηξη, λόρδωση και κύφωση. Όσον αφορά τα τρία πρωτόκολλα διατροφής, αυτά παρουσίασαν διαφορές μεταξύ τους στα ποσοστά εμφάνισης των επιμέρους παραμορφώσεων χωρίς να προκύπτει όμως ότι κάποιο από τα πρωτόκολλα είναι καταλληλότερο από τα άλλα. Το τελευταίο αποδεικνύεται και από τα ποσοστά των φυσιολογικών ατόμων που δε διέφεραν ιδιαίτερα ανάμεσα στις τρεις συνθήκες ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε και οι παρατηρούμενοι τύποι παραμορφώσεων διέφεραν μεταξύ των τριών συνθηκών. Τα παραπάνω αποτελέσματα συμβάλλουν τόσο στην έγκαιρη διάγνωση των σκελετικών παραμορφώσεων όσο και στη βελτίωση της ποιότητας των εκτρεφόμενων πληθυσμών μυλοκοπιού. (EL)
The osteological development of the vertebral column and fins in shi drum, Umbrina cirrosa (Linnaeus, 1758), as well as the development of skeletal deformities under different rearing conditions, was studied, in order to gain applicable results for solutions in practical issues concerning the introduction of shi drum in the Mediterranean aquaculture. The osteological development was studied in 170 individuals that were reared under the mesocosm technique, between 2.7 and 30.2 mm total length (TL). The development of the deformities was studied in 821 individuals that were reared under intensive conditions with different stocking density (50 larvae/l και 25 larvae/l) and 231 individuals that were reared under intensive conditions with different feeding protocols (A: weaning at 20 D.A.H (supplying Artemia spp.), B: weaning at 29 D.A.H (supplying Artemia spp.), C: weaning at 29 D.A.H (no supplying Artemia spp.). All the samples were studied after selective staining of the cartilage and bones. Vertebral ontogeny started at 3.4 mm TL and 4.0 mm TL, with the formation of the first cartilaginous neural and haemal spines respectively, and was completed with the full attainment of dorsal ribs (12.5 mm TL). The formation of vertebral centra occurred between 4.1 and 7.4 mm TL. Pectoral supports were the first fin elements that started to develop (3.0 mm TL), followed by those of the caudal fin (3.8 mm TL), of the pelvic fin (3.9 mm TL) and finally by those of the dorsal and anal fin (4.5 mm TL). The caudal fin of shi drum was the first to develop fin rays and attain the full count of lepidotrichia (4.5-6.8 mm TL), but the last to attain the full count of dermatotrichia (6.9-17.5 mm TL).The next fins starting to present rays were the dorsal (5.3 mm TL) and the pectoral fins (5.6 mm TL), while the anal and pelvic fins were the last (5.7 mm TL). Following the caudal lepidotrichia (6.8 mm TL), the dorsal, anal (6.9 mm TL), pelvic (7.4 mm TL) and pectoral fins (9.8 mm TL) were the next with fully completed ray counts. Finally, fin meristics were fully developed with the caudal dermatotrichia. The results of the development of the skeletal deformities showed that stocking density does not affect the type of the developing deformities but affects only the frequency of them. It was also shown that the higher stocking density leads to higher percentage of high severity deformities like fusion, lordosis and saddleback. On the other hand, although the three different feeding protocols showed differences on the frequency of the deformities, this did not prove one of them to be better than the others. Plus, the types of the deformities did not differ between the three protocols. The above results contribute to the early detection of skeletal deformities as well as on the improvement of the quality of the reared shi drum populations. (EN)

text

Πανεπιστήμιο Κρήτης (EL)
University of Crete (EN)

2005-11-28




*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)