Τυπολογία της κοινωνικής συμπεριφοράς παιδιών που ζούν σε ιδρύματα: Ανάλυση Αντιστοιχιών σε δεδομένα παρατήρησης χρονικής δειγματοληψίας

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Πανεπιστήμιο Κρήτης
Αποθετήριο :
E-Locus Ιδρυματικό Καταθετήριο
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Τυπολογία της κοινωνικής συμπεριφοράς παιδιών που ζούν σε ιδρύματα: Ανάλυση Αντιστοιχιών σε δεδομένα παρατήρησης χρονικής δειγματοληψίας

Σαραφίδου, Γιασεμή-Όλγα (EL)
Sarafidou, Giasemi-Olga (EN)

Οι σταδιακές βελτιώσεις στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας οδήγησαν στην δραματική μείωση ή ακόμα και στην απάλειψη των νοητικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν τα παιδιά των αρχικών μελετών που μεγάλωναν σε ιδρύματα. Αντίστοιχα ωφέλη, όμως, δεν παρατηρήθηκαν στις κοινωνικές τους σχέσεις. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα έχουν πιθανότατα αντιμετωπίσει πολλαπλές αντίξοες συνθήκες, εχουν βιώσει πρώιμους αποχωρισμούς, παραμέληση, κακοποίηση, συγκρούσεις των γονέων τους, διάλυση της οικογένειας κλπ. με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ομαλή ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη. Έχει διαπιστωθεί οτι τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα διαταραχών τόσο στην εκδήλωση του συναισθήματός τους όσο και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Όλες όμως οι μελέτες συμφωνούν ότι η συμπεριφορά των παιδιών αυτών παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια. Η ετερογένεια αυτή αποδόθηκε στις ατομικές διαφορές των παιδιών ως προς τον παράγοντα της ανθεκτικότητας, ως προς τη δυνατότητά τους, δηλαδή, να ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες και να διαχειρίζονται τις αρνητικές συναισθηματικές τους καταστάσεις. Η μελέτη της ετερογένειας αυτής, η τυπολογία, δηλαδή, της συμπεριφοράς και η σύνδεσή της με συγκεκριμένους παράγοντες είναι σημαντική τόσο για την πρόληψη όσο και για την ανίχνευση των πιθανών μηχανισμών που οδηγούν στα αρνητικά ψυχολογικά αποτελέσματα της ιδρυματικής φροντίδας. >p> Τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών έχουν στηριχτεί σε μονοδιάστατες συγκρίσεις των προβλημάτων συμπεριφοράς, που είχαν προκύψει απο ερωτηματολόγια ή συνεντεύξεις με ενήλικες και σπανιότατα απο φυσική παρατήρηση της συμπεριφοράς. Η φυσική παρατήρηση της συμπεριφοράς με χρονική δειγματοληψία παρέχει πληροφορία για το προφίλ της συμπεριφοράς των ατόμων και επομένως προσφέρεται για πολυμεταβλητή μεθοδολογική προσέγγιση, που επιτρέπει την μελέτη της δομής των δεδομένων της παρατηρούμενης συμπεριφοράς. Στην εργασία αυτή προτείνεται μία νέα στρατηγική στατιστικής ανάλυσης δεδομένων, που προέρχονται από παρατήρηση χρονικής δειγματοληψίας. Η προσέγγιση αυτή αξιοποιεί την πολυμεταβλητή φύση αυτών των δεδομένων τόσο για την τυπολογία της συμπεριφοράς όσο και για τη μελέτη της εγκυρότητάς τους σε σχέση με αυτά που προέρχονται από άλλες πηγές. Η στρατηγική αυτή στηρίχτηκε στην Ανάλυση Αντιστοιχιών των δεδομένων παρατήρησης και εφαρμόστηκε στα δεδομένα δύο ερευνών (μία στην προσχολική ηλικία και μία στην σχολική ηλικία). Οι έρευνες αυτές αφορούσαν την κοινωνική συμπεριφορα παιδιών που ζούσαν σε ιδρύματα στην Ελλάδα, σε σύγκριση με παιδιά που ζούσαν με τους φυσικούς τους γονείς, και περιλάμβαναν δεδομενα από παρατηρήσεις χρονικής δειγματοληψίας καθώς και από ερωτηματολόγια και συνεντεύξεις .με δασκάλους, παιδαγωγούς ή γονείς. Η Ανάλυση Αντιστοιχιών δίνει τις κύριες διαστάσεις (άξονες) μιάς μήτρας δεδομένων και βασίζεται σε έναν αλγόριθμο ανάλογο αυτού της ανάλυσης σε Πρωταρχικές Συνιστώσες, όπου όμως οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών (παιδιών) και αυτές μεταξύ των στηλών (κατηγοριών συμπεριφοράς) της μήτρας των δεδομένων παρατήρησης ορίζονται με την χ2-απόσταση. Τα αποτελέσματα έδειξαν οτι ο κύριος άξονας της παρατηρούμενης συμπεριφοράς αφορά τον βαθμό συμμετοχής του παιδιού στην τάξη και αποτελεί έναν δείκτη του επιπέδου προσαρμογής του. Ο άξονας αυτός παρουσιάζει σημαντική εγκυρότητα σε σχέση με την βαθμολόγηση των προβλημάτων συμπεριφοράς απο τους ενήλικες. Οι πρώτοι άξονες επιτρέπουν την ταυτόχρονη απεικόνιση τόσο των παιδιών όσο και των κατηγοριών παρατηρούμενης συμπεριφοράς και τον προσδιορισμό τόσο της υποομάδας των "ανθεκτικών" παιδιών, όσο και των υποομάδων με διαφορετικού τύπου και βαθμού αποκλίνουσα συμπεριφορά. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν επίσης οτι τα προσαρμοσμένα παιδιά ήταν προσαρμοσμένα τόσο στο σχολικό περιβάλλον όσο και στο ίδρυμα. Τα παιδιά που παρουσίαζαν μεγάλη απόκλιση στη συμπεριφορά τους, εμφάνιζαν την απόκλιση αυτή και στα δύο περιβάλλοντα, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Διαπιστώθηκε ακόμη οτι τόσο η αιτία όσο και η ηλικία εισαγωγής στο ίδρυμα σχετίζονται με την ανθεκτικότητα των παιδιών. Ειδικώτερα, η ηλικία των 2-2,5 ετών είναι καθοριστική. Η εισαγωγή σε ίδρυμα μετα απο αυτή την ηλικία ή/και οι οικονομικοί λόγοι, ως αιτία εισαγωγής, αποτελούν σημαντικούς πρστατευτικούς παράγοντες. (EL)
Improvements in the quality of institutional care has led to a marked reduction or even elimination of cognitive deficits found in children of the early studies. Nevertheless, it does not seem that the same benefits have applied to their social relationships. These children are likely to have been exposed to a number of stressors. Adversities referring to pre-admission experiences like early separations, neglect and abuse, parental conflict and family breakdown may interfere with normal psycho-social development. Research has shown that children reared in residential institutions have increased levels of emotional and conduct disorders. All studies, however, have found great heterogeneity in institutional children's behaviour. This heterogeneity has been attributed to individual differences regarding resilience, i.e. the ability of some children to cope with problems and also regulate emotional distress. Research regarding this wide variation in behaviour and the factors associated with it, is essential both for prevention and for tracing the possible mediating mechanisms for the adverse psychological outcomes of institutional care. Findings of all relevant publications are based on univariate comparisons of institutional children's social behaviour with controls, employing measures from questionnaires and interviews with adults and rarely involving naturalistic observations. Time sampling naturalistic observations provide information concerning the individual's profile of behaviour and, therefore, allow for the study of the data structure if treated with an appropriate multivariate approach. The present thesis proposes a new strategy for the statistical analysis of time sampling naturalistic observations. This approach takes advantage of the multivariate nature of these data, thus providing for the typology of observed behaviour and also for the validity of observations with respect to data coming from other sources. This strategy was based on Correspondence Analysis of observational data and was applied on data from two different research projects (one with preschool children and one with school children). These projects concerned the social behaviour of children living in Greek institutions, compared to children from two-parent families, and had employed both time sampling observations as well as questionnaires and interviews with teachers, caregivers or parents. Correspondence Analysis yields the main dimensions of tha data matrix, based on an algorithm similar to that of Principal Components, but where distances between rows (children) and between columns (observed behavioural categories), are defined through the χ2-distance. Results indicated that the main dimension of observed behaviour refers to the child's involvement in class and provides an index of the level of adjustment. This dimension shows significant validity with measures of disturbance reported by adults. The first few dimensions allow for the simultaneous representation of both children and behavioural categories on the same graph and provide for the determination of the subgroup of "resilient" children as well as of subgroups with different types of disturbed behaviour. Results also indicated that children described as adjusted are adjusted both in the school environment and in the institution. Children with conduct disorders depicted them in both environments, but in a different way. Furthermore, the reason for admission into group-care as well as the age at admission are both associated with the child's resilience. Specifically, it was found that the age of 2-2,5 years is a critical age. Admission into care after that age and/or because of financial problems in the family are significant protective factors. (EN)

text

Πανεπιστήμιο Κρήτης (EL)
University of Crete (EN)

2001-01-01
2001-02-07




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.