De la poésie à la peinture: Baudelaire-Monet, Gaugin, Van Gogh

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :

Αποθετήριο :
Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο




2010 (EL)
Από την ποίηση στην ζωγραφική: Μπωντλαίρ - Μονέ, Γκωγκέν, Βαν Γκογκ
De la poésie à la peinture: Baudelaire-Monet, Gaugin, Van Gogh

Σταμάτη, Αικατερίνη
Stamati, Aikaterini

Η ποίηση και η ζωγραφική ήταν πάντα δύο διαφορετικές εκφράσεις του πνεύματος και της ψυχής του ανθρώπου που ήταν ταγμένες η κάθε μια τους ξεχωριστά να εκφράζουν αυστηρά αυτό που λεγόταν ή φαινόταν αντίστοιχα. Με το πέρασμα των αιώνων οι δύο τέχνες συναντώνται –συγκλίνουν και ως προς το ότι συνεργάζονται (πχ υπογραφή του ζωγράφου ή τίτλοι σε πίνακες όπως του Γκωγκέν) και ως προς το ότι εκφράζουν τόσο αυτό που δεν βλέπεται όσο και αυτό που δεν ακούγεται. Παράγοντας καταλυτικός αυτής της σύγκλισης υπήρξε η παρουσία του συμβόλου, ενός «στοιχείου» δηλ. που λειτουργούσε σαν μέσο για να εκφράσει ο καλλιτέχνης το συναίσθημα του και όχι μόνο να παράγει τέχνη. Το «τώρα» της κάθε δημιουργικής έκφρασης μέσα από το Σύμβολο είναι ο συνδυασμός της αρχαϊκής συνείδησης σχετικά με ότι έχουμε ζήσει στο παρελθόν με το απόλυτο μέλλον που είναι η υπερβολική έκφραση της συνείδησης του ανθρώπινου είδους για τα μελλούμενα.Ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο Κλωντ Μονέ, ο Πωλ Γκωγκέν και ο Βικέντιος Βαν Γκογκ αγγίζουν την τελειότητα και μένουν αθάνατοι, ενεργοποιώντας όλους τους μηχανισμούς άμυνας του «εγώ», όπως άλλωστε και κάθε ανθρώπινη ύπαρξη προκειμένου να επιβιώσει. Υπερνικούν όλα τα εμπόδια που παρουσιάζονται, τόσο από τον ίδιο τους τον εαυτό όσο και από την υποσυνείδητη τάση που έχει το ανθρώπινο είδος να γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε, όσο και από το εξωτερικό περιβάλλον φορτισμένο από το κοινωνικό ασυνείδητο. Αυτά τα πετυχαίνουν μέσα από την Τέχνη που παράγουν.Η Συμβολοποίηση και η Διχοτόμηση που αποτελούν τους πιο πρώιμους μηχανισμούς άμυνας του «εγώ» βοηθούν το ανθρώπινο είδος να αγγίξει τη δημιουργία μέσα από την τέχνη, τη θρησκεία και τον πολιτισμό, ενώ η Μετουσίωση, ένας από τους πιο ώριμους μηχανισμούς άμυνας του «εγώ» είναι η κινητήριος δύναμη για τους τέσσερις καλλιτέχνες για να προάγουν πολιτισμικά το ανθρώπινο είδος εκφράζοντας το βαθύτερο συναίσθημά τους μέσα από τα έργα τους. «ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ» του Κάρολου Μπωντλαίρ, έργο σταθμός για την Ιστορία της Τέχνης και σημείο αναφοράς της όλης εργασίας μου φέρνουν κοντά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Μπωντλαίρ μέσα από μια διαχρονικότητα ιδεών, συνδέοντας έτσι την Πλατωνική Θεωρία για το Σύμβολο και τον αέναο κύκλο της Ζωής, με τον ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ, χρησιμοποιώντας το Σύμβολο σαν κεντρικό πυρήνα έκφρασης, πράγμα που αποδεικνύεται ακόμα και από τον ίδιο τον τίτλο του έργου: «Τα Λουλούδια του Κακού» είναι ένα λογοπαίγνιο ιδεών που εκφράζει το διττό της πραγματικότητας που είναι ταυτόχρονα το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος, το ορατό και το αόρατο, ο λόγος και το ά-λογο, το συναίσθημα και η λογική. Έτσι η ποίηση γίνεται μια πραγματική «πνευματική κάθαρση» αυτή που μόνη της μπορεί να επιτρέψει να καταλάβουμε τη γλώσσα των λουλουδιών και των μουγγών αντικειμένων. Το μυστικό του Κάρολου Μπωντλαίρ είναι η αναζήτηση του ασυνείδητου με οδηγό το αρχέγονο πνεύμα. Ο Κάρολος Μπωντλαίρ έχει πηγή έμπνευσης τη ΓΥΝΑΙΚΑ η οποία έχει διαφορετικά πρόσωπα, άλλες φορές εξιδανικευμένα και άλλες φορές παρουσιασμένα στη χειρότερη τους μορφή. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το σύμβολο για τον Μπωντλαίρ για να εκφράσει το ανεκπλήρωτο για τη μητρική φιγούρα που δεν είχε ποτέ κατ ’αποκλειστικότητα και καθ ’ολοκληρία δική του. Το ανεκπλήρωτο του Κάρολου Μπωντλαίρ για τη μητρική φιγούρα και την επιθυμία του ανθρώπου να γυρίσει εκεί απ’ όπου προήλθε, δηλ. στη μήτρα, είναι ο πυρήνας του κοσμικού δράματος όλης της ανθρωπότητας που μεταφέρεται από γενεά σε γενεά μέσα από τα γονίδιά μας. Ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ως κριτικός τέχνης που ήταν για κείνον βιοποριστικό επάγγελμα, ήταν πολύ κοντά στην έκφραση της ευαισθησίας του καλλιτέχνη μέσα από πίνακες ή τον γραπτό λόγο. Η ψυχική του διάθεση αποτυπώνεται στα ποιήματα του μέσα από την έντεχνη χρήση των μέτρων και της ομοιοκαταληξίας, των επιθέτων και των ουσιαστικών, των ρημάτων, των μεταφορών και των παρομοιώσεων που δεν είναι τυχαία τοποθετημένα μέσα σε σελίδες για να παράξουν τέχνη, αλλά εκφράζουν ένα προς ένα τα έντονα συναισθήματα του ποιητή, αποκτούν έτσι ιερή υπόσταση, δίνοντας στον ποιητή μια αδιαμφισβήτητη θέση στην αιωνιότητα.Ο Κλωντ Μονέ επηρεασμένος από τον Συμβολισμό, επιλέγει σαν αγαπημένο του θέμα τη ΦΥΣΗ η οποία τον εκφράζει τόσο σαν τρόπος ζωής, όσο και σαν πηγή έμπνευσης. Με το έντονο μάτι του παρατηρητή αρχικά, στη συνέχεια ενεργοποιεί το ένστικτό του για να αντιληφθεί και να αποτυπώσει στα έργα του τις δυναμικές αλλαγές που συμβαίνουν καθημερινά στη φύση. Πλημμυρισμένος από τα συναισθήματα που του δημιουργεί η ίδια η φύση αφήνεται πέρα από την τέχνη και εκφράζει ότι μπορεί να δει ή και να μη δει, έτσι όπως εκείνος προσωπικά το αντιλαμβάνεται. Έτσι το σύμβολο της ΦΥΣΗΣ και ο συμβολισμός προάγονται μέσα από την τέχνη του Μονέ σε κάτι το αφηρημένο μεν, πολύ πιο πλούσιο, πολύ πιο ευρύ, πιο πληθωρικό δε, έτσι όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από τον καθένα από εμάς. Αυτή είναι η εντύπωση (impression) που αφήνει ο κάθε πίνακας δημιουργώντας έτσι το πρωτοποριακό κίνημα του Ιμπρεσιονισμού . Η ΦΥΣΗ που στον Μπωντλαίρ είναι από απούσα έως και αρνητικά παρουσιασμένη, στον Μονέ είναι αυτή που εμπεριέχει τα πάντα, τα γεμίζει, τους δίνει νόημα και ζωή, είναι αυτή από όπου όλα ξεκινούν και όπου όλα επιστρέφουν όταν τελειώνουν. Εμπνευσμένος από το φως σε διαφορετικές στιγμές, το νερό και τα μεταξύ τους οπτικά παιχνιδίσματα, τη σκιά και τη φωτεινότητα, ο Μονέ χρησιμοποιεί μικρές ακαθόριστες πινελιές, εισάγει στη ζωγραφική την έννοια της «σειράς» και δίνει έμφαση στον οριζόντιο, πολύ περισσότερο στον κάθετο άξονα.Το έργο του «Κοντά στο νερό στη Μπενεκούρ» (1868) είναι το πρώτο καθαρά ιμπρεσιονιστικό έργο του Μονέ. Όλη του η έμπνευση δοξάζεται σε αυτό: το νερό, τα καθρεφτίσματα, οι αντανακλάσεις, τα φωτεινά χρώματα, οι μοιρασμένες πινελιές, οι χρωματισμένες σκιές και από πάνω όλη αυτή η ατμόσφαιρα ευφορίας, χαράς για ζωή που φαίνεται να είναι το κίνητρο για όλο αυτό το κίνημα είναι διάχυτα σε αυτό το έργο του. Ο Μονέ έλκεται από τις αντανακλάσεις πάνω στο νερό, τη χαρά που νοιώθει να τα μεταφέρει πάνω στον καμβά. Αυτό το έργο του Μονέ είναι γεμάτο εμπνεύσεις. Το φως παιχνιδίζει μέσα από το σκοτεινό φύλλωμα, οι άκρες των κλαδιών είναι σαν να “γρατζουνούν” το πίσω πλάνο με πινελιές μικρές και “άγριες”. Στον ουρανό και πάνω στο νερό, οι μεγάλες επιφάνειες με έντονα χρώματα αποκτούν έντονο χαρακτήρα με αιχμηρές έγχρωμες πινελιές που κάνουν πιο έντονο το περίγραμμά τους. Το νερό τον γοητεύει, τα φύλλα, η χλόη γίνονται μικρά κύματα. Με τον Μονέ δεν ξέρουμε που ξεκινά και που τελειώνει το νερό. Του αρέσει να μπερδεύει τα στοιχεία, να ρίχνει τις αντανακλάσεις του πράσινου μέσα στον ποταμό, κατάφερε να βρει μια αρμονία του μπλε και του πράσινου παίζοντας με αυτά με την πασίγνωστη τεχνική του. Το τρεμούλιασμα των κυμάτων επικοινωνεί μερικές φορές με τον ουρανό που γίνεται και αυτός υγρό στοιχείο, ενώ η μικρότητα-αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στην υπεροχή της φύσης είναι αδιαμφισβήτητη. Αντίθετα, στο ποίημά του ‘Εμμονή’ ο Μπωντλαίρ παρουσιάζει τα στοιχεία της φύσης, με τέτοιο τρόπο που μόνο θάνατο εμπνέουν:«Σε μισώ θάλασσα! Μισώ τα αναπηδήματά σου και τις αναταράξεις σου γιατί σε βρίσκω μέσα στο μυαλό μου. Αυτό το πικρό γέλιο του νικημένου ανθρώπου, γεμάτο λυγμούς και προσβολές, εγώ το ακούω μέσα στο τεράστιο γέλιο της θάλασσας...»H διαδικασία της κατρακύλας έχει αρχίσει για τον ποιητή... Αλλά δεν πρόκειται μόνο για κατρακύλα. Η φύση είναι παντελώς απούσα. Η θάλασσα είναι για τον Μπωντλαίρ ψυχική κατάσταση, δεν είναι ένα τοπίο. Τα έγχρωμα οράματα της, τα εξωτικά τοπία είναι προϊόντα φαντασίας, όχι παρατήρησης. Δεν θα ήταν τολμηρό να πούμε ότι για τον ποιητή υπάρχει μόνο ο εσωτερικός του κόσμος. Εάν ο Μπωντλαίρ δανείζεται ένα μουσικό λεξιλόγιο, λυρικό, με μυρωδιές που μας αγγίζουν, γεμάτο ζωή, χρώματα από τον κόσμο της φύσης, δεν το κάνει καθόλου για να δοξάσει τη φύση, γιατί την θεωρεί εντελώς νεκρή, όπως είναι η ψυχή του. Αντίθετα μάλιστα, αναδομεί τα χαρακτηριστικά της φύσης για να περιγράψει την ψυχή του, την γυναικεία φιγούρα ή για να κάνει κοινωνική κριτική. Τα ποιήματά του είναι πίνακες που μιλούν, είναι δυνατές μουσικές ή αντίλαλοι. Οτιδήποτε έχει να κάνει με τη φύση χρησιμεύει στον Μπωντλαίρ για να στείλει μηνύματα για άλλα θέματα που τον απασχολούν, όπως στο ποίημά του «Εμμονή»«Μεγάλα δάση με φοβίζετε όπως οι καθεδρικοί ναοί…¨Ουρλιάζετε όπως οι σειρήνες. Και μέσα στις καταραμένες ψυχές μας, δωμάτια…ατέλειωτου πένθους …, απαντά η ηχώ από τα τρίσβαθα της ψυχής σας...»Πωλ Γκωγκέν: Άλλος ένας εκφραστής του κοσμικού δράματος, δείχνει την υποτίμησή και την αδιαφορία του απέναντι στην γυναίκα η οποία κατέχει ρόλο πρωτεύοντα στο έργα του με ένα ιδιόμορφο τρόπο, παρουσιάζοντάς την « άμορφη», χωρίς έντονα χαρακτηριστικά, με πλαδαρή εμφάνισή έως και ανδροπρεπή. Το σύμβολό του όμως στην πραγματικότητα τον καταδιώκει σε τέτοιο σημείο που καταφεύγει ο ίδιος σε αυτοεξορία σε χώρες μακρινές και πιο πρωτόγονες μακριά από το μοντερνισμό της εποχής του, κοντά στη φύση. Εκεί έρχεται πιο κοντά στον άνθρωπο μέσα από μια απλοϊκή προσέγγιση στην οποία τον μυούν οι αγνοί αυτόχθονες, εμπνέοντας τον έτσι στο να δημιουργήσει ένα νέο καλλιτεχνικό κύμα, αυτό των «Ναμπί» που χαρακτηρίζεται από γραμμές οξείς, πυκνά, στιβαρά χρώματα (μωβ-κόκκινο), φιγούρες χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μια ανεπιτήδευτη τεχνική που θυμίζει παιδική έκφραση και αναδύει πολύ έντονο συναίσθημα. Το όνομα του Πωλ Γκωγκέν αντανακλά μέσα στο κοινωνικό ασυνείδητο όχι μόνο έναν καλλιτέχνη, αλλά και μια μυθική προσωπικότητα. Άλλωστε, η περιπέτεια της ζωής του δεν είναι λιγότερο σημαντική από το έργο του μέσα στο οποίο αντικατοπτρίζεται. Το παιχνίδι της ζωγραφικής του γίνεται μάλιστα επίμονα μεταφυσικό μέσα στο έργο του με τίτλο που αποκαλύπτει τα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου: «Από πού ερχόμαστε, τι είμαστε, πού πηγαίνουμε?», ενώ οι στίχοι του Μπωντλαίρ εκφράζουν την υπαρξιακή ερώτηση του ανθρώπινου είδους μέσα στο ποίημά του «Η προηγούμενη ζωή»:«Έζησα για πολύ καιρό σε μεγάλα σαλόνια…,Εκεί που ένοιωσα και ήρεμες ηδονές…,Μέσα στο γαλάζιο, των κυμάτων, της ομορφιάς, και των γυμνών σκλάβων…, ποτισμένων με μυρωδιές που δρόσιζαν το μέτωπο μου με φοίνικες…Και που η μόνη τους φροντίδα ήταν να εμβαθύνουν για να βρουν το… μυστικό που πονούσε την ψυχή μου…»Η γυναικεία φιγούρα που στον Μπωντλαίρ παίζει πρωτεύοντα και μοναδικό ρόλο, στον Γκωγκέν χρησιμοποιείται απλά και μόνο σαν ένα εργαλείο, ένα αντικείμενο τοποθετημένο μέσα στη φύση, την οποία τελικά ο Γκωγκέν παρουσιάζει με τον πρωτόγονο πολύ μοναδικό του τρόπο. «Μητέρα των αναμνήσεων, ερωμένη όλων των ερωμένων…Εσύ με τις ευχαριστίες σου, εσύ με τις υποχρεώσεις σου…Αυτοί οι όρκοι, αυτά τα αρώματα, αυτά τα ατέλειωτα φιλιά…Θα ξαναγεννηθούν άραγε από μια απαγορευμένη χαράδρα μέσα στις… σκέψεις μας όπως δείχνουν οι ξανανιωμένοι ήλιοι στον ουρανό?Αφού πλύθηκαν στα βάθη των θαλασσών…Ο! όρκοι, Ο! αρώματα, Ο! ατέλειωτα φιλιά!Η πρώιμη γοητεία των γυναικών…Μπέρδευα το άρωμα της γούνας…Με τη μυρωδιά της γυναίκας…Θυμάμαι…Τελικά, αγαπούσα τη μητέρα μου για την κομψότητά της…Ήμουν λοιπόν ένας νέος Δάντης…»Ο Μπωντλαίρ περιγράφει στο ποίημά του «Το πτώμα» τη γυναίκα με δύο μορφές, όμορφη και άσχημη, φρικτή και αξιολάτρευτη, γλυκιά και κτηνώδη, ευλογημένη και καταραμένη:«Πίσω από τα βράχια μια ανήσυχη σκύλα…Μας κοίταζε με θυμωμένα μάτια…Παραμονεύοντας την κατάλληλη στιγμή για να ξανά ορμήσει στους σκελετούς για να πάρει το κομμάτι από το κρέας που της είχε ξεφύγει,...Και παρ’ όλα αυτά θα είσαστε ίδια με αυτό το σκουπίδι...Μ’ αυτή την βρωμερή μόλυνση...Αστέρι των ματιών μου, ήλιε της φύσης μου…,Εσείς άγγελε και πάθος μου…,Ναι τέτοια θα είσαστε, βασίλισσα μ’ όλες τις χάρες του κόσμου…,Μετά τις τελευταίες ιεροτελεστίες…Όταν θα πάτε κάτω από τα φυλλώματα και τα πράσινα λουλούδια…Για να μουχλιάσετε μέσα στα κόκκαλα…Λοιπόν ομορφιά μου! Πείτε σ ’αυτό το σκουλήκι…Που θα σας φάει με τα φιλιά του…Ότι κράτησα στη μνήμη μου το σχήμα και το θεϊκό άρωμα σας…Από τους ξεχασμένους μου έρωτες...Αλλά η μητέρα του δεν μπορούσε να είναι η «σαρκική γυναίκα του». Γι ’αυτό η αντίληψη που είχε για τις γυναίκες ήταν πληγωμένη μέχρι θανάτου, από μια παλιά του, αρχική, αλλά καθοριστική απογοήτευση. Ζητά ευθύνες από τη μητέρα του, την κατηγορεί που εξανέμισε έτσι απερίσκεπτα τις αναμνήσεις του πρώτου της άνδρα...Εάν το έργο «Χαίρε Μαρία» είναι το τρισδιάστατο έργο της νεκρής φύσης, «Οι γυναίκες που προσεύχονται» και «Η Παρθένα με το Χριστό» φτάνουν να συνθέσουν μια ατμόσφαιρα ειρήνης βάζοντας σε ισορροπία τον άνθρωπο με τη φύση. Το μαυρισμένο δέρμα των γυναικών της Ταϊτής δημιουργεί μια αντίθεση με το κόκκινο των φορεμάτων τους. Υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στην τρισδιάστατη παρουσίαση της νεκρής φύσης σε πρώτο πλάνο και της παρουσίασης του παρεό που φοράει η Αγία Παρθένα. Παρ ’όλη την πολλαπλότητα των ετερόκλιτων στοιχείων, ο Γκωγκέν φθάνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα ησυχίας, δημιουργώντας μια σύνθεση με κάθετες και οριζόντιες γραμμές. Το φαινόμενο των ετερόκλιτων συναισθημάτων του Μπωντλαίρ που προέρχονται από την αμφιλεγόμενη γυναικεία προσωπικότητα είναι διάχυτο στο έργο του «Sed non Satiata»:«Και σε αγάπησα, αλύπητο, κτηνώδες ζώο...Ακόμα και με την ψυχρότητά σου μου φαίνεσαι πιο ωραίο...Δαίμονα χωρίς οίκτο! Ρίξε μου λιγότερες φλόγες...»Στον πίνακα με τίτλο «Οι γυναίκες της Ταϊτής στην παραλία», ο Γκωγκέν είναι γοητευμένος από τα παρεό με τα μεγάλα λευκά λουλούδια σε κόκκινο φόντο ή τα κίτρινα λουλούδια σε μπλε φόντο. Χρησιμοποιεί σχέδια όπως το διακοσμητικά στοιχεία για να δώσει ζωντάνια, αλλά επίσης ισορροπία στους όγκους.«Οι γυναίκες της Ταϊτής στην παραλία» με γεροδεμένο, ογκώδες σώμα είναι οι πρωταγωνίστριες αυτού του πίνακα. Η αινιγματική έκφραση τους αποκωδικοποιείται δύσκολα. Παρ ’όλο που κάθονται η μια δίπλα στην άλλη, φαίνονται να είναι απορροφημένες η κάθε μια από τις σκέψεις της.Βικέντιος Βαν Γκογκ : Γεννημένος σε μια χώρα με θλιβερό τοπίο βαθιά πληγωμένος από την οικογένειά του, ταλαντεύεται σε όλη τη ζωή του με τις φαντασιώσεις και τις ψευδαισθήσεις της ασθένειας που τον βασανίζει ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, στο καλό και στο κακό. Απόλυτος εκφραστής του αέναου κύκλου της ζωής, του κοινωνικού ασυνείδητου, εκφράζει μέσα από τους πίνακές του την κοινωνική επανάσταση ενάντια στο παράλογο κατεστημένο, τη διαμαρτυρία της κοινωνίας που δεν μπορεί να εκφραστεί ενάντια στο συμβιβασμό της καθημερινότητας: ότι δηλαδή όλα έχουν ένα τέλος, ότι το σώμα φθείρεται και ότι μόνο μέσα από τον πόνο έρχεται η λύτρωση. Ο εγκλεισμός του σε άσυλα που ήταν για την κοινωνία ο τρόπος της για να τιμωρήσει τον παραλογισμό του, ήταν για τον ίδιο η μητρική αγκαλιά που ποτέ δεν είχε, για να νοιώσει γαλήνη και να μετουσιώσει τις αυτοκαταστροφικές του τάσεις σε στιγμές μεγαλειώδους δημιουργικότητας. Με οξείς γραμμές, χρωματικές ζώνες, επιλέγοντας αντικείμενα, σύμβολα συντροφιάς στην θανατερή μοναξιά του, δίνει έμφαση ταυτόχρονα, τόσο στον οριζόντιο όσο και στον κάθετο άξονα, ο πρώτος γιατί παραπέμπει στη γη όπου καταλήγει κάθε άνθρωπος όταν πεθαίνει και ο δεύτερος γιατί δείχνει την ανάταση ψυχής που νοιώθουμε όταν είμαστε κοντά στο Θεό, μετά τον θάνατό μας. Η έλλειψη της διάστασης του βάθους πεδίου δείχνει το προαίσθημά του για την μη προοπτική της σύντομης ζωής του, οι κοφτές γραμμές εκφράζουν τα ψυχωτικά του συναισθήματα, το απότομο τέλος που βάζει, ενώ το έντονο χολερικό κίτρινο, το συμπαγές κόκκινο και πράσινο καθώς και το μαύρο των κορακιών του τελευταίου του πίνακα, εκφράζουν το πάθος με το οποίο βίωνε κάθε στιγμή της ζωής του, αλλά και την ανάγκη του να φύγει από τα εγκόσμια που τον βασάνιζαν και να πάει στο «έξω από εδώ», για το οποίο πίστευε από την αρχή ότι ήταν γεννημένος. Ο θάνατος, κοινό σύμβολο τόσο για αυτόν όσο και για τον Μπωντλαίρ, εκφράζεται εξίσου και από τους δύο, με έντονες παρουσιάσεις λεκτικές και οπτικές και θριαμβεύει τελικά με την πραγματική του επίτευξη. Ο ΕΞΠΡΕΣΣΙΟΝΝΙΣΜΟΣ γεννιέται όχι μόνο μέσα από τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά και μέσα από την έκφραση (expression) του συναισθήματος του ίδιου του καλλιτέχνη που είναι ταυτόχρονα και ο εκφραστής της κοινωνίας. Ο Βικέντιος Βαν Γκογκ ζωγραφίζει το πόσο δύσκολο είναι να ζει κανείς, ακόμα και αν το θέλει πολύ. Είναι πληγωμένος και καταδικασμένος. Παρ ’όλα αυτά φιλοδοξεί με το έργο του να αγγίξει το ρεαλισμό, μπαίνει μέσα στον καμβά σαν να ήταν σε μάχη, εκφράζει άμεσα τα συναισθήματά του. Κάνει βαθιά ενδοσκόπηση, ίδια με αυτή του Μπωντλαίρ που γράφει μέσα στο «Σκελετό που δουλεύει» ή στο ποίημα «Μακάβριος χορός»:«Περήφανος, όσος κι ένας ζωντανός, για την αριστοκρατική του… κορμοστασιά, που είναι αδύνατη και υπερβολική…,στέκεται πάνω στις κλείδες και τους ώμους του…Η κυψέλη που βρίσκεται στις άκρες των δύο κλειδών που την στηρίζουν…Υπερασπίζεται σεμνά τις γελοίες παντομίμες…Τις επιτάφιες ομορφιές που προσπαθεί να κρύψει…Με βαθουλωτά μάτια φτιαγμένα από κενό και σκοτάδια..Κουνιέται μαλακά πάνω στους εύθραυστους σπονδύλους τηςΚαι με το κρανίο της τέλεια στολισμένο με λουλούδιαΟ! Γοητεία ενός «τίποτα» τρελά καλλωπισμένου!...Απαντάς, μεγάλε σκελετέ, στα πιο ακριβά μου γούστα!...»Και συνεχίζει…«Το κενό των ματιών σου είναι γεμάτο με φοβερές σκέψεις...Που κάνουν τον αηδιαστικό να νομίζει ότι είναι όμορφος...Βρωμάτε όλοι σας θανατήλα! Μυρωδάτοι σκελετοί !...Και με κάθε κλίμα, κάτω από τον ήλιο, ο Θάνατος σε θαυμάζει...».Ο χρόνος πρόδωσε τον Μπωντλαίρ, όπως προδίδει άλλωστε κάθε άνθρωπο, και αυτό εκφράζεται στο ποίημά του «Ο εχθρός»:«H νιότη μου ήταν μια τρικυμία με καταιγίδες…Απ’ όπου πέρασαν, από εδώ και από εκεί λαμπεροί ήλιοι...Ο κεραυνός και η θάλασσα προκάλεσαν όμως ένα τέτοιο ναυάγιο…Που ξέμειναν, πια, στον κήπο μου λίγα ροδοκόκκινα φρούτα...Ο πόνε! Ο πόνε! Ο χρόνος τρώει τη ζωή...Και είναι σκοτεινός εχθρός που τρώει την καρδιά μαςΜε το αίμα που χάνουμε τρέφεται και δυναμώνει....» Ο Βικέντιος συνεπαρμένος από την εσωτερική του λύσσα, φτάνει να δημιουργήσει το βαθύ κίτρινο το καλύτερό του χρώμα ενάντια στον χρόνο. Η μυστική δύναμη αυτού του κίτρινου δυναμώνει μέσα του το αίσθημα της ελπίδας. Χροιές μέθης και ζαλάδας αυτού του χρώματος βγαίνουν από τον πίνακα με τα «Ηλιοτρόπια». Για τον Βικέντιο όλα τα λουλούδια είναι φλόγες που θέλουν να γίνουν φως, ενώ μέσα στο σύστημα Συμβολισμού που λειτουργεί και σκέφτεται ο ζωγράφος τα ηλιοτρόπια συμβολίζουν τα ίδια του τα μάτια.Η «Έναστρη νύχτα» αποκαλύπτει μια εξαιρετική φαντασία, συνδυάζοντας ένα συναίσθημα ηρεμίας με την έκσταση. Σ ’αυτό το ονειρικό τοπίο, ο ουρανός ζωντανεύει με τερατώδη ζωή, με γιγαντώδη πλοκάμια και ιλιγγιώδη ρυθμό. Ο Συμβολισμός του Μπωντλαίρ, εκρήγνυται στον πίνακα του Βικέντιου «Σταχοχώραφο με μαύρα κοράκια» και εκφράζει τη σύγχυσή του ζωγράφου. Σαν τοπίο ίδιο με αυτά της Αποκάλυψης παρουσιάζεται το δράμα της κατάρρευσης του ζωγράφου. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε την ψυχολογική εξέλιξη του Βικέντιου, μέσα από τις ανακαλύψεις που ο ίδιος έκανε για τη φύση και τους στροβιλισμούς της, την οργανική ζωή του σύμπαντος και μέσα σε αυτή την συνθλίβουσα μεγαλειότητα, την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ακολουθώντας τα θανατερά κοράκια, ο Βικέντιος Βαν Γκογκ μπαίνει στο τελευταίο του πίνακα για να πεθάνει εκεί: το τερατώδες τοπίο τελικά τον καταβρόχθισε. Αν και ακίνητος αυτός ο πίνακας χαρακτηρίζεται από μια κινητικότητα μεγάλης ταχύτητας. Εκεί ο ζωγράφος αποκαλύπτει με τη βοήθεια των χρωμάτων και των γραμμών μια ταχύτητα, ανυπομονησία, το άγχος του για να φύγει, να ξεφύγει, να πετάξει στο πουθενά...Τα κοράκια, με μεγάλη ταχύτητα, πετούν και προμηνύουν το θάνατο. Ο θάνατος παραμονεύει.... Ο Βικέντιος δηλώνει ότι μέσα από την τέχνη του θέλει να δείξει τη λύπη της ανθρώπινης ύπαρξης, τη βαθιά μοναξιά και τη δύναμη της σωτηρίας της φύσης. Στους πίνακες τους, αλλά και στην αλληλογραφία του, μιλούσε για το τέλος του αιώνα που ζούσε και για την επανάσταση που θα ακολουθούσε...Μέσα από την μελέτη μου αποδεικνύεται τελικά, ότι ο Μπωντλαίρ με το τολμηρό πρωτοποριακό του πνεύμα, καταργώντας στοιχεία του παρελθόντος, αφήνοντας το συναίσθημά του να κατακλύσει την τέχνη του και εκφράζοντας μέσα απ’ αυτήν την έντονη επιθυμία του να παραμείνει αθάνατος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τρεις ζωγράφους. Πέρα από το ταλέντο που διέθεταν, όπως άλλωστε και ο ποιητής, χαρακτηρίζονταν από έναν πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, από πάθος και ηρωισμό για να ανατρέψουν τα κατεστημένο. Μέσα απ 'αυτή την άπλετη ευαισθησία τους σε κάθε τι που ένοιωθαν, και το φιλελεύθερο πνεύμα τους, ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο Κλωντ Μονέ, ο Πωλ Γκωγκέν, και ο Βικέντιος Βαν Γκογκ κατόρθωσαν όχι μόνο να εκφραστούν, αλλά έκαναν την υπέρβαση μέσα από τη χρήση του «Συμβόλου» και δημιούργησαν τέχνη, προάγοντας την ανθρωπότητα.Μπόρεσα, λοιπόν, να αποδείξω ότι το έργο των καλλιτεχνών, καθώς και τα συναισθήματά τους αντιπροσωπεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη και περιγράφουν τους διαφορετικούς τρόπους που κάθε άνθρωπος προσπαθεί να ξεφύγει από τον πόνο που κουβαλάμε μέσα μας, λίγο πολύ όλοι μας, που μεταφέρεται από γενεά σε γενεά μέσα από τα γονίδια μας, γιατί χάσαμε τον αιώνιο παράδεισο. Η ψυχική κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης ταλαντεύεται ανάμεσα στον πόνο, που προέρχεται από μέσα μας, και τη χαρά για να φύγουμε και να πάμε κάπου αλλού. Είναι μια συνεχής προσπάθεια να ξεφύγουμε από αυτό που μας πονάει: για τους ποιητές και τους ζωγράφους η μόνη άμυνα είναι να ζουν όσο πιο έντονα γίνεται, κλείνοντας μέσα σε μερικές στιγμές «Πρέπει να αγγίζουμε το συναίσθημά μας, αν θέλουμε να κάνουμε μια κοινωνική επανάσταση» Αποδεικνύεται, λοιπόν, απ’ όλη την εργασία ότι ξεκινώντας από τον Συμβολισμό που απέρριψε κάθε απαισιοδοξία του Ρομαντισμού, τα ζωγραφικά κινήματα του Ιμπρεσιονισμού, των Ναμπί και του Εξπρεσιονισμού, που εκπροσωπούνται από τον Μπωντλαίρ, το Μονέ, τον Γκωγκέν και το Βαν Γκογκ, αποκάλυψαν κάθε προηγούμενη αδυναμία και έδωσαν το βήμα στην απελευθέρωση της έκφρασης του συναισθήματος του ανθρώπου μέσα από την τέχνη.Τα προσωπικά ερωτήματα του Μπωντλαίρ και το «σύμπαν» που έχει δημιουργηθεί μέσα στα έργα του, που αναπαράγονται από τους τρεις ζωγράφους, σύμφωνα με τον τρόπο έκφρασης του καθενός, αποδεικνύουν ότι η τέχνη μπορεί να ξεπεράσει το πρόσκαιρο και το θάνατο, χάρη στην δημιουργικότητα που εγκαθιστά τα «δημιουργήματά της» μέσα στην αιωνιότητα !
La poésie et la peinture étaient toujours deux différentes expressions de l’esprit et de l’âme de l’homme qui sont dédiées à présenter absolument chacune à sa façon ce qui était dit ou vu.Au fil des années, les deux arts se rencontrent, s’entraident et collaborent à exprimer tous les deux ce qui n’est pas vu ou entendu, comme p.ex. la signature du peintre ou les titres des tableaux, comme chez Gauguin. Facteur définitif de cette rencontre fut la présence du « symbole », un sujet-élément, c'est-à-dire qui fonctionne comme moyen pour que l’artiste exprime ses sentiments et non pas pour qu’il crée seulement l’art pour l’art.Le “maintenant” de chaque expression créative à travers le Symbole est la combinaison de la conscience archaïque de tout ce qu’on a vécu dans le passé par rapport au futur absolu qui est l’expression symbolique supérieure de la façon dont le genre humain se rend compte des expériences à venir.(2)La problématique de la thèse de doctorat intitulée « De la poésie à la peinture : Baudelaire, Monet, Gauguin, Van Gogh » que je vais vous présenter a comme but de prouver si à travers le Symbolisme l’artiste arrive à s’exprimer et a créer de l’Art.Charles Baudelaire, Claude Monet, Paul Gauguin et Vincent Van Gogh mettent en action tous les « mécanismes de défense du moi », comme d’ailleurs tout être humain afin de survivre. Ils dépassent tout obstacle qui provient de notre intérieur, d’une tendance inconsciente de la race humaine aussi bien que de l’extérieur influencé de l’inconscient social, tout cela collaborant afin de rentrer là d’où l’on vient, c'est-à-dire au matrice maternel et de se soulager du drame cosmique. Les quatre artistes arrivent à sortir du drame cosmique et touchent l’éternité en restant immortels à travers l’ART!(3)(3)La SYMBOLISATION et le CLIVAGE DE L’OBJET sont les mécanismes de défense du moi, les plus précoces, qui aident la race humaine à toucher la créativité à l’aide de l’art, de la religion et de la civilisation, alors que la SUBLIMATION un des mécanismes de défense du moi, des plus maturés sont la force motrice pour les quatre artistes afin de promouvoir la race humaine en exprimant leurs propres sentiments à travers leurs œuvres.Les “FLEURS DU MAL” de Charles Baudelaire, œuvre étape de l’Histoire de l’Art et point de repère de toute ma recherche lient le passé, le présent et l’avenir de Baudelaire avec des idées qui restent impérissables dans le temps et combinent la Théorie Platonicienne concernant le Symbole avec le Cycle perpetuel de la vie et de la mort, sujet cher à l’Existentialisme. En même temps les FLEURS DU MAL constituent la source d’inspiration pour les trois peintres qui sont étudiés, et des courants qu’ils ont créé, tels que l’Impressionnisme, les Nabis et l’Expressionnisme, du point que les sujets chers à Baudelaire, tels que la femme, la nature et la mort sont présentées sur les toiles des peintres.(4)Ainsi, l’approche de la thèse est tentée de point de vue technique ( analyse des poèmes et des tableaux: mots, vers, lignes, ou formes etc.…) et de point de vue psychanalytique (sentiments exprimés à travers le symbole choisi. ) Le Symbole en tant qu’ expression unique et principale de toute l’œuvre manifeste son rôle, même par le titre des « Fleurs du Mal » : un jeu de mots et d’idées qui expriment le double de la réalité, qui est en même temps le bien et le mal, la vie et la mort, le visible et l’invisible, le rationnel et l’irrationnel, le sentiment et la raison. De cette façon, la poésie devient une véritable catharsis spirituelle, qui toute seule peut permettre de sentir ou d’entendre la langue des fleurs et des objets muets.Le secret de Baudelaire est la recherche de l’inconscient guidée par l’esprit archaïque.Baudelaire a comme source d’inspiration la femme qui a des visages divers, tantôt merveilleux, tantôt méchants.En réalité, la femme est le symbole pour Baudelaire afin d’exprimer le “non- accompli” pour la figure féminine qu’il n’avait jamais eue par exclusivité.Le ‘non-accompli’ de Baudelaire est le « noyau » du drame cosmique de toute l’humanité qui véhicule de génération en génération à travers nos gènes.Son état d’âme se révèle dans ses poèmes, en utilisant des rimes, des adjectifs, des noms, des verbes, des métaphores et des personnifications qui ne sont pas mis au hasard dans des pages afin de produire de l’art, mais ils expriment un à un les forts sentiments de l’artiste, ils prennent une substance sacrée, en offrant au poète une « place» indibudable dans l’éternité !(7)Claude Monet influencé par le Symbolisme, choisit la NATURE comme source d’inspiration. A l’œil intense de l’observateur, il met en action son instinct afin de concevoir et d’imprimer sur ses toiles les changements dynamiques qui se passent continuellement aux seins de la nature. Ebloui par les sentiments que seule la nature peut créer, il se laisse au-delà de l’art et exprime tout ce qu’il peut ou qu’il ne peut pas voir, de la façon dont lui-seul peut sentir.C’est ainsi que le Symbole de la NATURE et le Symbolisme sont développés par l’art de Monet et se forment en quelque chose d’abstrait, mais de riche, de vague, de pléthorique, prenant la nuance que chacun de nous peut leur attribuer. La nature qui laisse Baudelaire « indifférent », chez Monet c’est elle qui embrasse tout, remplit tout, qui donne du sens à la vie, et c’est elle d’où tout vient, où tout retourne à la fin. Inspiré par la lumière à des moments différents, l’eau et le jeu entre eux, l’ombre et la luminosité, Monet utilise des coups de pinceaux abstraits, introduit dans la peinture le terme de la « série », donne de l’emphase à l’axe vertical beaucoup plus qu’ à l’axe horizontal afin de constituer les règles du nouveau courant artistique, appelé Impressionnisme.(7)L’œuvre « Au bord de l’eau, Bennecourt » (1868) est sans doute son premier tableau purement IMPRESSIONNISTE. Tout son génie s’y glorifie ; l’eau, les miroitements et les reflets, les couleurs claires, la touche divisée, les ombres colorées et par-dessus toute cette atmosphère d’euphorie, de la joie de vivre, qui apparaît comme « la moto » de tout le mouvement. Monet est attiré par des reflets extraordinaires sur l’eau, la joie procurée par ses spectacles et la satisfaction de les transposer dans la nature. Cette toile de Monet est vibrante d’inventions. La lumière clignote à travers le feuillage obscur ; les extrémités des branches sont comme griffonner au second plan, en touches courtes et malicieuses. Dans le ciel et sur l’eau, les larges surfaces en aplats colorés sont mises en relief par des touches aigues de couleurs marquant leur contour. L’eau le fascine, les feuilles, l’herbe deviennent de petites vagues. Avec Monet on ne sait plus où commence et où finit l’eau. Il s’attache à mêler les éléments, à rendre les reflets de la végétation sur le fleuve, et il est parvenu à obtenir une harmonie de bleus et de verts jouant entre eux grâce à sa fameuse technique. Le frémissement des vagues se communique parfois au ciel qui devient élément liquide lui-même. Petitesse de l’homme et grandeur immuable de la nature. Par contre, dans le poème de Baudelaire « Obsession » la correspondance est devenue « infernale » :« Je te hais, Océan ! Tes bonds et tes tumultesMon esprit les retrouve en lui ; ce rire amerDe l’homme vaincu, plein de sanglots et d’insultes,Je l’entends dans le rire énorme de la mer….. »Le processus de dégradation est manifesté. Mais il ne s’agit pas seulement de dégradation. La nature n’est pas réellement présente. La mer est pour Baudelaire un mouvement de l’âme, ce n’est pas un paysage. Les visions colorées, les tableaux exotiques sont les produits de l’imagination, non de l’observation. On serait tenté de dire que, pour ce poète, seul le monde intérieur existe.Si Baudelaire emprunte d’un vocabulaire musical, lyrique, odorant, qui bouge, plein de vivacité, plein de couleurs prises dans le monde de la nature, ce n’est point pour glorifier la nature elle-même ; car il considère « la nature comme morte », ainsi que l’est son âme. Au contraire même, il restitue les caractéristiques de la nature pour décrire son âme, la figure féminine ou pour faire la critique sociale. Ses poèmes sont des tableaux « parlants », des musiques fortes ou des échos, mais tout ce qui se réfère à la nature sert d’outil pour émettre des messages d’autres sujets qui le préoccupent comme dans « Obsession » : (11) cathédrales de Rouen« Grands bois, vous m’effrayez comme des cathédrales ;Vous hurlez comme l’orgue ; et dans nos cœurs maudits,Chambres d’éternel deuil où vibrent de vieux râles,Répondent les échos de vos De profundis »(12)Paul Gauguin exprime, lui aussi, le drame cosmique et montre son sous-estime et son indifférence pour la femme qui tient le rôle principal de ses tableaux d’une façon différente, en la représentant ‘schématique’, sans traits caractéristiques, molasse, même androgyne. Son symbole le poursuit tellement qu’il arrive à s’exiler dans des pays lointains et primitifs, loin du modernisme de son époque, près de la nature. Là, il se met en contact avec l’homme d’une approche à laquelle il est initié par les fauves, il s’inspire ainsi à créer un nouveau courant artistique, celui des NABIS qui est caractérisé par des lignes aigues, des couleurs denses (mauve- vert), des figures sans traits, une technique naïve qui rappelle l’expression enfantine des sentiments humains très forts.(13)Le nom de Paul Gauguin reflète dans l’inconscient social non pas seulement un artiste, mais aussi une personnalité légendaire. D’ ailleurs, son aventure de vie n’est pas moins importante que son œuvre dans laquelle elle est représentée. « L’enjeu de sa peinture devient même ostensiblement métaphysique dans son célèbre tableau, dont le titre a lui seul relevé du questionnement philosophique de vie : « ‘D’où venons-nous ? Que sommes-nous ? Où allons-nous ?», alors que les rimes de Baudelaire expriment la question existentielle de la race humaine dans « La vie antérieure »: « J’ai longtemps habité sous de vastes portiques…C’est là que j’ai vécu dans les voluptés calmes,Au milieu de l’azur, des vagues, des splendeurs,Et des esclaves nus, tout imprégnés d’odeurs,Qui me rafraîchissaient le front avec des palmes,Et dont l’unique soin était d’approfondirLe secret douloureux qui me faisait languir »La figure féminine de Baudelaire qui joue le rôle primordial de son œuvre, chez Gauguin est utilisée comme un ‘outil’, un objet mis dans la nature, que Gauguin représente d’une façon primitive et unique. Des sentiments précoces, mais exprimant toute l’humanité sont adressés par Baudelaire à la personne mal appropriée, sentiments à la fois tellement déterminants pour le reste de sa vie : « Le Balcon »« Mère des souvenirs, maîtresse des maîtresses,Ô toi, tous mes plaisirs ! Ô toi, tous mes devoirs !...Ces serments, ces parfums, ces baisers infinis,Renaîtront-ils d’un gouffre interdit à nos sondes,Comme montent au ciel les soleils rajeunisAprès s’être lavés au fond des mers profondes ?- Ȏ serments ! Ô parfums ! Ȫ Baisers infinis ! …»Il l’avoue d’ ailleurs, pas mal de fois, dans « Les Fleurs du Mal » :« Le goût précoce des femmes… Je confondais l’odeur de la fourrure …Avec l’odeur de la femme… Je me souviens …Enfin, j’aimais ma mère pour son élégance...« J’étais donc un Dandy précoce» « Fusées »Baudelaire chez « Une charogne » fait le tableau de la femme à double figure, belle et laide, affreuse et adorable, douce et cruelle, bénie et abominable :«Derrière les rochers une chienne inquièteNous regardait d’un œil fâché,Epiant le moment de reprendre aux squelettes,Le morceau qu’elle avait lâché…Et pourtant vous serez semblable à cette ordureA cette horrible infection,Etoile de mes yeux, soleil de ma nature,Vous, mon ange et ma passion !Oui ! Telle vous serez, ô la reine des grâces,Après les derniers sacrements,Quand vous irez, sous l’herbe et les floraisons grasses,Moisir parmi les ossements…Alors ô ma beauté ! Dites à la vermineQui vous mangera de baisers,Que j’ai gardé la forme et l’essence divine De mes amours décomposés! »Μais sa mère ne pouvait pas être pour lui la femme “charnelle”. C’est pour cela que la conception qu’il avait pour la femme était « blessée à mort » par une déception initiale. Il demande des comptes à sa mère, il l’accuse de disperser allégrement les souvenirs de son premier mari.(14)Si « La Orana Maria/Ave Maria » est le tableau à trois dimensions de la nature morte, « Les femmes en prière » aussi bien que « la Sainte- Vierge au Jésus » arrive à composer une atmosphère de paix en se mettant en équilibre avec la nature. Le teint noirci des femmes de Tahiti crée un contraste avec le rouge de leurs robes. Il y a une opposition entre la présentation à trois dimensions de la nature morte en premier plan et la figuration plate du paréo que porte la Sainte Vierge. Malgré la multitude des éléments hétéroclites, Gauguin arrive à créer une ambiance de tranquillité, équilibrant la composition à travers un complexe des lignes verticales et horizontales. Le phénomène des sentiments hétéroclites de Baudelaire provoqués par l’ambigüité de la personnalité féminine est évident dans toute son œuvre « XXIV- Sed Non Satiata » :« Et je chéris, ô bête implacable et cruelle !...Jusqu'à cette froideur par où tu m’es plus belle !...Ȏ démon sans pitié ! Verse-moi moins de flammes… »Chez « Les Tahitiennes au bord de la mer» Gauguin est enchanté par les simples dessins de paréo avec les grandes fleurs blanches sur un fond rouge ou des fleurs jaunes sur un fond bleu. Il utilise ces motifs comme des éléments décoratifs pour donner de la vivacité, mais aussi de l’équilibre aux volumes.« Les Tahitiennes au bord de la mer » au corps robuste et volumineux sont déclarées en protagonistes de ce tableau. Leur expression énigmatique est difficile à être décodée. Bien qu’assises l’une à côté de l’autre, elles sont absorbées chacune dans ses pensées. Vincent Van Gogh, né dans un pays d’un paysage morne, est profondément blessé par sa famille et se balance durant toute sa vie entre les fantaisies et les hallucinations de sa maladie qui le tourmente entre la vie et la mort, le bien et le mal. Interprète du cycle infini de la vie et de la mort, et de l’inconscient social, Van Gogh exprime à travers ses tableaux la révolution sociale contre l’ordre établi irrationnel, une protestation de la société qui ne peut pas s’exprimer contre le compromis du quotidien, contre le fait que tout finit, que le corps est périssable, et que c’est à travers la douleur que l’ élévation de l’âme est réussie. Son enfermement dans l’asile qui pour la société était une façon de le punir pour son irrationalisme, est pour lui les seins maternels qu’il n’avait jamais eus, afin de se sentir en paix, afin de rendre ses tendances auto catastrophiques en des moments de créativité grandiose.A des lignes bien aigues, des zones de couleurs, en choisissant d’avoir les objets comme compagnie à des moments de solitude mortelle, Vincent Van Gogh donne de l’emphase tant à l’axe horizontal qu’à l’axe vertical, le premier montrant le lieu où tout être humain aboutit par son décès, et le deuxième montrant l’élévation de l’âme que nous sentons quand on est près de Dieu, après être mort. Le manque de la dimension de la profondeur montre son pressentiment concernant sa courte vie. Les lignes hachées expriment les sentiments de sa psychose, la fin brusque qu’il met à sa vie, alors que le jaune cholérique et le rouge dense et le vert aussi bien que le noir des corbeaux de sa dernière toile expriment la passion qu’il éprouvait à tout moment de sa vie, mais aussi son besoin de s’échapper du monde terrestre qui le torturait et d’aller ailleurs, dans un lieu « au-delà » pour lequel il était destiné dès sa naissance.La mort, symbole commun entre lui et Baudelaire est également exprimé de tous les deux, à des représentations orales et visuelles et triomphe finalement par leurs décès. L’EXPRESSIONNISME est né, non pas seulement à travers des nouvelles techniques, mais aussi à travers l’expression du sentiment de l’artiste lui-même qui est en même temps le porte – parole de la société. Van Gogh peint la difficulté d’être dans la volonté d’être. Son introspection va de paire avec celle de Baudelaire qui écrit dans « Le squelette laboureur » :« Dans les planches d’anatomie…Où maint livre cadavéreuxDort comme une antique momie…Ou bien dans « La danse macabre » :« Fière, autant qu’un vivant, de sa noble stature…D’une coquette maigre aux airs extravagants…La ruche qui se joue au bord des clavicules…Ses yeux profonds sont faits de vide et de ténèbres,Et son crâne, de fleurs artistement coiffé,Oscille mollement sur ses frêles vertèbres…,Tu réponds, grand squelette, à mon goût le plus cher ! …Vous sentez tous la mort ! Ȏ squelettes musqués…Et tout climat, sous tout soleil, la Mort t’admire…»Le temps a trahi Baudelaire qui écrit dans «L’Ennemi » :«Ma jeunesse ne fut qu’un ténébreux orage…,-Ȏ douleur ! Ȏ douleur ! Le Temps mange la vie…,Et l’obscur Ennemi qui nous ronge le cœur…Du sang que nous perdons croit et se fortifie ! »(17)Vincent Van Gogh exécute quelques tableaux d’une sérénité remarquable, y compris deux répliques de ses « Tournesols » et les deux célèbres autoportraits à la tête bandée. Poussé par sa fureur intérieure, Vincent arrive à rendre le jaune dense de cet été, le meilleur ton de cette couleur qui représente pour lui sa lutte contre le temps… La force mystique de cette couleur jaune renforce en lui le sentiment de l’espoir. Le soleil jaune est pour Van Gogh « l’éternel soleil fort », astre tout puissant dont il ne se lasse pas de peindre le symbole. Mais les fleurs, toutes les fleurs sont des flammes qui veulent devenir de la lumière ; et les tournesols de Van Gogh brûlent bientôt comme l’astre qu’ils symbolisaient. Les tournesols sont devenus le regard halluciné du peintre. (18)Il peint « La nuit étoilée » qui révèle une extraordinaire imagination, combinant là encore un sentiment de calme et d’extase. Les cyprès y représentent la liaison entre le ciel et la terre, la vie et la mort. (19)D’autres dessins de cette époque sont empreints d’une gaieté étonnante. Le symbolisme de Baudelaire qui éclate dans l’œuvre de Vincent Van Gogh « Champ de blé aux corbeaux» exprime son désarroi.Paysage en vision d’apocalypse présente le drame à se dérouler imprimant à la nature son rythme tourbillonnaire. On peut suivre l’évolution de l’état d’âme de Vincent dans les évocations flamboyantes et dramatiques directement issues de sa vie intérieure. Car au-delà des apparences, Van Gogh a découvert le mouvement interne de la nature, le jeu des forces obscures, la vie organique de l’univers et, dans cette écrasante immensité, la fragilité humaine. En suivant ses funèbres corbeaux, il entre dans son ultime tableau pour y mourir : le paysage monstrueux l’a finalement englouti. Les corbeaux, symbole de la destinée, s’envolent sur de claires masses lumineuses et essaient de s’échapper de l’orage. Bien qu’immobile, ce tableau est caractérisé d’une mobilité à toute vitesse. C’est là où le peintre relève, à l’aide des couleurs et des lignes, une vitesse, de l’impatience, son angoisse de partir, de s’enfuir, de s’envoler vers le néant. A travers ma recherche, j’ai pu prouver que Baudelaire avec son esprit moderne et audacieux, en supprimant tout élément du passé, en laissant ses sentiments éblouir son art et en exprimant son propre désir de rester immortel, a été finalement une source d’inspiration pour les trois peintres. A part leur talent, ils disposaient tous les trois aussi bien que le poète, d’un monde intérieur sentimental très riche, de la passion et de l’héroïsme tres forts et dynamiques, afin de bouleverser l’ordre établi.A l’aide de cette sensibilité infinie pour tout ce qu’ils éprouvaient, leur esprit de liberté, Charles Baudelaire, Claude Monet, Paul Gauguin, Vincent Van Gogh ont pu non pas seulement s’exprimer, mais aussi rester dans l’éternité en utilisant le Symbole et ont emmené l’humanité vers la prospérité.J’ai, donc, pu prouver que l’ œuvre des artistes aussi bien que leurs sentiments représentent la condition humaine et décrivent les différentes façons dont tout être humain essaie de s’échapper de la douleur que nous portons plus ou moins en nous-mêmes, dans nos gènes, provenant de la perte du paradis éternel. L’état d’âme de la race humaine se balance entre la douleur, venant de son intérieur et la joie, un élan vers ‘un ailleurs,’ un effort continuel de s’échapper de ce qui nous gêne : pour les poètes et les peintres la seule défense est de vivre le plus intensément possible, en incluant des souvenirs, des désirs, de la passion érotique, dans quelques moments. Il faut toucher le sentiment, si l’on veut faire une révolte sociale. Il est donc manifesté à travers toute la recherche que, commençant par le Symbolisme qui avait déjà rejeté le désespoir du Romantisme, les courants picturaux de l’Impressionnisme, des Nabis et de l’Expressionnisme, exprimés par Charles Baudelaire, Claude Monet, Paul Gauguin et Vincent Van Gogh ont relevé toute infirmité précédente et ont donné le « pas » à la délibération de l’expression du sentiment de l’homme à travers l’art. Les interrogations personnelles de Baudelaire et l’univers créé dans ses poèmes sont reproduits par les trois artistes, chacun choisissant son domaine de prédilection, prouvant que l’art peut dépasser le fugitif et la mort, grâce à la créativité qui installe l’œuvre d’Art dans l’éternité.

Μπωντλαίρ - Μονέ φύση
Art
Baudelaire - Gauguin woman
Ζωγραφική
Μπωντλαίρ - Γκωγκέν γυναίκα
Baudelaire - Mone nature
Baudelaire - Van Gogh death
Poetry
Μπωντλαίρ - Βαν Γκογκ θάνατος
Ποίηση
Τέχνη
Painting

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) (EL)
National Documentation Centre (EKT) (EN)

Γαλλική γλώσσα

2010


National and Kapodistrian University of Athens
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ)



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.