Η βαλκανική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής του μεταξικού καθεστώτος, 1936-1941.

 
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Η βαλκανική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής του μεταξικού καθεστώτος, 1936-1941.

Γκόλνα, Χριστίνα Δ.

Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Σπουδές στις Γλώσσες & τον Πολιτισμό των Χωρών της Ν.Α. Ευρώπης
Δορδανάς, Στράτος Ν.

Παρά το ότι η Βουλγαρία αρνήθηκε να συμμετάσχει στο Βαλκανικό Σύμφωνο, η ελληνική εξωτερική πολιτική ανέπτυξε έντονη κινητικότητα για τη βελτίωση των πολιτικών, εμπορικών και πολιτιστικών διμερών σχέσεων. Ο ίδιος ο Μεταξάς πίστευε, πως δεν υπήρχαν αίτια που να παρακωλύουν την προσέγγιση των δύο λαών και ότι οι παλιοί εμπορικοί δεσμοί, που ήταν επωφελείς και για τις δύο πλευρές, θα ήταν δυνατό να αποκατασταθούν το ταχύτερο με μια εμπορική σύμβαση. Σημαντικότερο μέτρο που έλαβε η κυβέρνηση Μεταξά ήταν η κατάργηση του δεκαπλασίου δασμού στα βουλγαρικά προϊόντα, κάτι που συνιστούσε μια κίνηση καλής θέλησης της Ελλάδας προς τη Βουλγαρία Έντονο υπήρξε το ενδιαφέρον για την προσέγγιση Ελλάδας - Βουλγαρίας από φορείς και συλλόγους (πολιτιστικούς-εμπορικούς) των δύο χωρών, με πρωτοβουλίες όπως η συνδιοργάνωση κοινών δράσεων και ανταλλαγών με τη συνδρομή του ελληνο-βουλγαρικού Συνδέσμου στη Σόφια και της Διεθνούς Έκθεσης της Θεσσαλονίκης (Δ.Ε.Θ.). Σημαντική υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας της Ελλάδας με τη διοργάνωση εκκλησιαστικής πανορθόδοξης Διάσκεψης, προκειμένου να επιλυθούν τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Επίσης, αίσθηση προκάλεσε η διοργάνωση Διεθνούς Συνεδρίου από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας με θέμα την συζήτηση όλων των ζητημάτων και των δυνατοτήτων για την μελλοντική συνεργασία και την ειρήνη μεταξύ των λαών.Για την άμβλυνση των πολιτικών διαφορών, οι υποστηρικτές της προσέγγισης των λαών καλούνταν να αντιμετωπίσουν, την ανεπαρκή αλληλογνωριμία, το έλλειμμα στις πολιτιστικές επαφές αλλά και την κατανόηση του διαφορετικού χαρακτήρα των δύο λαών. Η αλλαγή της εικόνας θα έπρεπε να προέλθει από τη νεολαία των δύο κρατών, να εμποτιστεί από βαλκανικά συναισθήματα και μάλιστα να πειστεί για την ωφέλεια, που θα προέκυπτε από τις φιλικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.Όμως, το 1937 υπήρξε έτος δοκιμασίας για την εξωτερική πολιτική του Μεταξά. Από τις αρχές του ίδιου έτους κλονίστηκαν οι σχέσεις της Ελλάδας με τα βαλκανικά κράτη. Πρώτα με την υπογραφή του βουλγαρο-γιουγκοσλαβικού Συμφώνου Αιώνιας Φιλίας, στο Βελιγράδι, με την υποστήριξη της Βρετανίας, με βάση ανθελληνική και κατόπιν, δύο μήνες αργότερα, με την υπογραφή του ιταλο-γιουγκοσλαβικού Συμφώνου, το οποίο έφερε σε πολύ δύσκολη θέση την ελληνική κυβέρνηση. Στην εσωτερική πολιτικής της, η βουλγαρική κυβέρνηση σκλήραινε τη στάση της απέναντι στους Έλληνες που διέμεναν στη χώρα, λαμβάνοντας καταπιεστικά μέτρα σε βάρος τους, όπως απελάσεις, επιβολή υπέρμετρων φόρων και αδικιών πάσης φύσεως.Έτσι, συνέχιζε να επικρατεί η καχυποψία και η δυσπιστία στους δύο λαούς, ως αποτέλεσμα της χρόνιας καλλιέργειας των εθνικιστικών απαιτήσεων της Βουλγαρίας αλλά και της βουλγαροφοβίας της ελληνικής κοινής γνώμης. Το δύσκολο αυτό πολιτικό τοπίο ενίσχυαν, επιπλέον, οι συνεχείς προκλητικές ενέργειες της παρακρατικής οργάνωσης ΕΜΕΟ στις παραμεθόριες περιοχές και η ενεργός δράση του σωματείου Πατήρ Παϊσιος (Отец Паисий) με διάφορες εθνικιστικές εκδηλώσεις και ομιλίες εναντίον των Ελλήνων.Παρά τη στάση της βουλγαρικής κυβέρνησης, διανοούμενοι με την συμπαράσταση του Τύπου και των δύο χωρών, πραγματοποιούσαν αμοιβαίες επισκέψεις με μορφωτικό-πολιτιστικό χαρακτήρα, για την αλλαγή του κλίματος μεταξύ των δύο λαών.Στο μεταξύ, το 1938, γεννήθηκαν μεγάλες ελπίδες για την προσέλκυση της Βουλγαρίας στην Βαλκανική συνεργασία, με την υπογραφή του Συμφώνου της Θεσσαλονίκης, που όμως τελικά αποδείχθηκαν φρούδες.Από την άνοιξη του 1939, η στάση της Βουλγαρίας έγινε πιο προκλητική, σταθερά προσηλωμένη στην αναθεωρητικής της πολιτική. Δεν προσχώρησε στη Βαλκανική Συνεννόηση και στον συνασπισμό των δυτικών δημοκρατιών κατά του Άξονα, ούτε φάνηκε πρόθυμη να επιλύσει τις ελληνοβουλγαρικές οικονομικές διαφορές. Σ΄αυτό, καταλυτικό ρόλο έπαιξαν οι οικονομικές σχέσεις της Βουλγαρίας με τη Γερμανία, ο εξοπλισμός του βουλγαρικού στρατού με γερμανικό πολεμικό υλικό και η καταλυτική ισχύς της Γερμανίας. Όσο πλησίαζε η απειλή της ρήξης των Δυτικών Δυνάμεων με τον Άξονα, τόσο περισσότερο σκλήραινε η στάση της βουλγαρικής πλευράς απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό που διαβιούσε σε διάφορες πόλεις. Εξαιτίας των σκληρών οικονομικών μέτρων που έπαιρνε η βουλγαρική κυβέρνηση και των συνεχιζόμενων απελάσεων στις οποίες προέβαινε με διάφορες δικαιολογίες, ο αριθμός τόσο των Ελλήνων πολιτών όσο και άλλων υπηκόων παρουσίαζε φθίνουσα πορεία. Επιπλέον, πληροφορίες από την αρχή του χρόνου, ανέφεραν ότι παρατηρούνταν μυστικές κινήσεις επαναστατικών μακεδονικών και βουλγαριζόντων κύκλων στις βόρειες επαρχίες της Ελλάδας καθώς και αποστολή πρακτόρων στην Ιταλία, για σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών. Από την άλλη πλευρά η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοζε, μέσω τοπικών επιτροπών, τις διατάξεις περί εποικισμού στις παραμεθόριες περιοχές, κατηγοριοποιώντας τους φερόμενους βουλγαρόφρονες, ως ρευστής συνειδήσεως και ως λίαν υπόπτους.Η κατάσταση περιπλεκόταν περισσότερο και φαινόταν πως οι σχέσεις Ελλάδας - Βουλγαρίας βρίσκονταν σε κρίσιμο σημείο. Η Βουλγαρία ιδιαίτερα ανήσυχη έλαβε μέτρα για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενου. Πιο συγκεκριμένα, συγκρότησε νέες μονάδες, κυρίως προς τη πλευρά της Τουρκίας, μετακίνησε μονάδες προς τα ελληνικά σύνορα και συγκεκριμένα στην περιοχή του Νευροκοπίου, προέβη στην πρόσκληση εφεδρικών κλάσεων, έλαβε αυστηρά μέτρα ασφάλειας, όπως απαγόρευση της εισόδου στην μεθοριακή ζώνη, σύλληψη υπόπτων Πομάκων και τον εκτοπισμό τους στο εσωτερικό της χώρας. Μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1941, υπήρχαν διάχυτα ερωτηματικά για τη θέση και τη συμπεριφορά της Βουλγαρίας στον επικείμενο πόλεμο, αφού η βουλγαρική κυβέρνηση και ο ίδιος ο Βόρις, φέρονταν να υιοθετούν μια πολιτική των ίσων αποστάσεων από τη Γερμανία και την Αγγλία. Οι πραγματικές προθέσεις των γειτονικών βαλκανικών κρατών έμελλαν τελικά να αποκαλυφθούν, όταν δημοσιεύτηκαν οι διπλωματικές πράξεις που συνομολόγησαν με την κυβέρνηση του Γ΄ Ράϊχ. Στις 1 και 25 Μαρτίου 1941, η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία αντίστοιχα, προσχώρησαν στο Τριμερές Σύμφωνο, με αντάλλαγμα για τη δεύτερη την επέκτασή της ως τον Θερμαϊκό κόλπο.
Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2014.

Electronic Thesis or Dissertation
Text

Δυτική Θράκη
Βαλκάνια
Βουλγαρία
Μεταξάς

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (EL)
University of Macedonia (EN)

Ελληνική γλώσσα

2014-10-29T13:35:26Z
2014


Πανεπιστήμιο Μακεδονίας



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.