Η παρούσα μελέτη διερευνά τη διάσταση ανάμεσα στο νόμο 2071/92 για την ακούσια εισαγωγή ατόμων με ψυχική διαταραχή σε μονάδα ψυχικής υγείας και στην πρακτική εφαρμογή του, μέσω της άντλησης πληροφοριών από τους άμεσα εμπλεκόμενους στη διαδικασία ψυχιάτρους, εισαγγελείς, αστυνομικούς υπαλλήλους και ψυχιατρικούς ασθενείς. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος των ημιδομημένων συνεντεύξεων με τέσσερις συμμετέχοντες από κάθε επαγγελματική ομάδα και τέσσερα άτομα με εμπειρία ακούσιας εισαγωγής. Το υλικό που προέκυψε αναλύθηκε συστηματικά και οργανώθηκε σε κατηγορίες σύμφωνα με τις αρχές της θεμελιωμένης θεωρίας. Από την ανάλυση του υλικού προκύπτει μια επαρκής εικόνα για τον τρόπο διεξαγωγής της ακούσιας εισαγωγής, τις πτυχές του νόμου που εφαρμόζονται και αντίστοιχα αυτές που δεν εφαρμόζονται, τις δυσκολίες στην εφαρμογή του νόμου, καθώς και ευρύτερα ζητήματα που αφορούν την ακούσια εισαγωγή. Στα κεντρικά ζητήματα που αναδείχθηκαν συγκαταλέγονται η διακριτότητα των ρόλων τωνσυμμετεχόντων και η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ τους, η σημασία της επικινδυνότητας που συσπειρώνει όλους τους εμπλεκόμενους επαγγελματίες και παρακάμπτει το στόχο της φροντίδας, και η ανυπαρξία ενδεδειγμένου πλαισίου εφαρμογής του νόμου, που οδηγεί σε σημαντικές διαφοροποιήσεις στην εφαρμογή του ανάλογα με την προσωπική στάση και γνώση του κάθε εμπλεκόμενου επαγγελματία.
(EL)
The present study investigates the divergence between the law 2071/92 regarding involuntary commitment of persons with mental disorders to a psychiatric ward and its practical implementation, through information drawn from psychiatrists, attorneys and police officers, who are directly involved in the process, as well as from involuntarily committedpersons. Data were collected through semi-structured interviews with four participants from each professional group, and four persons with experience of involuntary commitment. The material wassystematically analysed and organised in categories according to the principles of Grounded Theory. The analysis reveals an adequate picture of the process of involuntary commitment, the aspects of the law thatare implemented and correspondingly those which are not implemented, the difficulties in the implementation of the law, as well as broader issues concerning involuntary commitment. Amongst the central issues highlighted in this study are the distinctiveness of the participants’ roles and the lack of collaboration between them, the importance of dangerousness, which coalesces all the professional participants and overshadows the aim of care, and finally the lack of a prescribed framework for the implementation of the law, which results in significant differences in its implementation depending on the personal stance and knowledge of each professional involved.
(EN)