δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Parteiinterne Quotenregelungen

Papadopoulou, Triantafyllia

I. Parteien und ihre innere Ordnung II. Quotenregelungen 53 A. Im Parteiengesetz 53 B. In Parteisatzungen 54 1. Frauenquoten 54 a) SPD 54 b) Die "Grünen" 55 c) CDU, CSU, F.D.P. 55 2. Andere Quoten 56 III. Arten der Quotenregelungen 56 A. Zwingende Normen – Sollvorschriften 56 B. Starre und flexible Quotenregelungen 57 C. Ämterquotierung - Mitgliederquotierung 57 D. Wahlvorschlagsquoten - Wahlentscheidungsquoten 57 E. Zeitlich begrenzt - Dauerregelungen 58 F. Geschlechstneutrale - geschlechtsspezifische Quoten 58 IV. Rechtspolitische Rechtfertigung der Quotenregelung 58 V. Verfassungsrechtliche Probleme der innerparteilichen Quotenregelungen 59 A. Die Problematik 59 B. Innerparteiliche Demokratie 60 1. Der Gehalt des Begriffes 60 2. Verstoß der Quoten gegen die Demokratie? 622 C. Das Gleichheitsgebot 64 1. Die Fragestellung 64 2. Art. 3 Abs. 2 und 3 GG Gleichberechtigungsgebot und Ungleichbehandlungs-verbot 65 a) Die klassische Auslegung 65 b) Der objektive Gehalt 66 3. Die Quoten unter dem Licht des Gleichheitssatzes 67 VI. Zusammenfassung 70
Α.ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΩΝ. Η ελευθερία ίδρυσης πολιτικών κομμάτων, την οποία εγγυάται το άρθρο 21 (“Τα κόμματα συμβάλλουν στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του λαού. Η ίδρυσή τους είναι ελεύθερη. Η εσωτερική τους οργάνωση πρέπει να ανταποκρίνεται στις δημοκρατικές αρχές”) του Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Grundgesetz, εφεξής Θ.Ν.) συνεπάγεται και την οργανωτική αυτονομία, η οποία βρίσκει τα όριά της στην υποχρέωση εσωκομματικής δημοκρατίας που επιβάλλει το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. 3 Θ.Ν. Με βάση τη θεμελιώδη αυτή οργανωτική αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας εξετάζεται στο παρόν άρθρο η προβληματική των εσωκομματικών ποσοστώσεων, κατά κύριο λόγο των ποσοστώσεων που προβλέπουν συγκεκριμένη εκπροσώπηση των γυναικών στα όργανα του κόμματος. Τέτοιες ποσοστώσεις απαντώνται συχνά στα κόμματα, ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο της Αριστεράς, και Περαιτέρω εξετάζεται αν παραβιάζεται η αρχή της πλειοψηφίας όταν εκλέγεται μία υποψήφια πιθανόν με λιγότερες ψήφους από έναν συνυποψήφιό της απλώς και μόνον επειδή φέρει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό - το φύλο της. Αν όμως δεχτούμε ότι η απόφαση για τη σύνθεση του οργάνου είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη, τότε η αρχή της πλειοψηφίας πρέπει να ισχύει μόνο στο εσωτερικό των επιμέρους ομάδων που πρόκειται να εκλεγούν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τις τοπικές ποσοστώσεις, αν δηλαδή προβλέπεται η εκλογή κατά εκλογική περιφέρεια ή κατά οργάνωση, η πλειοψηφική αρχή ισχύει μεταξύ των υποψηφίων της ίδιας εκλογικής περιφέρειας ή οργάνωσης αποσκοπούν στη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των γυναικών ακόμη κι όταν είναι διατυπωμένες φυλετικά ουδέτερα. Καταρχήν εξετάζονται οι φυλετικές ποσοστώσεις στα γερμανικά κόμματα. Στο SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας) προβλέπεται ποσόστωση τουλάχιστον 40% για κάθε φύλο και στους “Πράσινους” ποσόστωση τουλάχιστον 50% υπέρ των γυναικών. Αντίθετα καμία ποσόστωση δεν προβλεπόταν την εποχή της συγγραφής της εργασίας στα υπόλοιπα κόμματα (CDU, CSU, FDP).Οι ποσοστώσεις διακρίνονται σε ‘υποχρεωτικές’ και ‘προαιρετικές’, από τις ο-ποίες μόνο οι πρώτες μπορούν να θεωρούνται πραγματικές ποσοστώσεις διότι επηρεάζουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Οι ποσοστώσεις μπορεί επίσης να εί-ναι ‘απόλυτες’ ή ‘σχετικές’ (εξαρτώμενες από κάποιο άλλο μέγεθος, π.χ. το ποσοστό των γυναικών στο εκάστοτε εκλογικό σώμα), ποσοστώσεις των μελών των κομματικών οργάνων ή των μελών της οργάνωσης συνολικά, ποσοστώσεις στους υποψηφίους ή στους εκλεγόμενους. Μπορεί επίσης να είναι διατυπωμένες ουδέτερα (και για τα δύο γένη και άρα δεν επιτρέπεται υπερεκπροσώπηση κανενός γένους) ή ευνοϊκά υπέρ των γυναικών (οπότε επιτρέπεται υπερεκπρο-σώπηση των τελευταίων). Β. Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΩΝ. Η δικαιοπολιτική θεμελίωση των ποσοστώσεων εδράζεται στην παραδοχή ότι η έλλειψη γυναικών στην πολιτική και ειδικότερα στα όργανα του κόμματος δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλεται στην ανικανότητα των γυναικών να αναλάβουν τις σχετικές θέσεις, αλλά σε δεδομένες κατανομές ρόλων και ιστορική αδράνεια που έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της ίσης ελευθερίας. Στην παραδοχή, επίσης, ότι οι κοινωνικές προϋποθέσεις συμμετοχής για τα δύο φύλα δεν εξασφαλίζουν την ισότητα ευκαιριών, αλλά ότι αντιθέτως, η κοινωνική ανισότητα αναπαράγεται μέσω της απλής πλειοψηφικής αρχής. Σκοπός των ποσοστώσεων είναι να ανατρέψουν τα αποτελέσματα αυτά και να υλοποιήσουν τον πολιτικό στόχο της αναλογικής εκπροσώπησης των φύλων. Το ερώτημα που τίθεται, ενόψει αφενός της οργανωτικής αυτονομίας αφετέρου της δημοκρατικής αρχής και της αρχής της ισότητας, είναι αν ο δικαιοπολιτικός αυτός λόγος είναι και συνταγματικά θεμιτός, επιβεβλημένος ή τουλάχιστον ανεκτός. Είναι καταρχήν σύμφωνο με την αρχή της οργανωτικής αλλά και της πολιτικής αυτονομίας να επιλέγουν τα κόμματα την προώθηση συγκεκριμένων ομάδων και την υλοποίηση πολιτικών στόχων, όπως αυτός της ισότητας των φύλων, στο εσωτερικό τους. Τέτοιες επιλογές διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία τους και τονίζουν τον πολιτικό πλουραλισμό που αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ της δημοκρατίας. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν οι ποσοστώσεις έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας (άρθρο 21 παρ. 1 εδ. 3 Θ.Ν.) ή /και με την αρχή της ισότητας (άρθρο 3 Θ.Ν.).* Η προκαταρκτική ερώτηση αν τα θεμελιώδη δικαιώματα βρίσκουν εφαρμογή στο εσωτερικό των κομμάτων που είναι ιδιωτικής φύσης ενώσεις πρέπει να απαντηθεί θετικά όχι μόνο με βάση τη θεωρία της τριτενέργειας αλλά και ως ουσιαστικό περιεχόμενο της δημοκρατικής αρχής. 1. Εσωκομματική δημοκρατία και ποσοστώσεις Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αν η εσωκομματική δημοκρατία επιβάλλει ή τουλάχιστον επιτρέπει εσωκομματικές ποσοστώσεις πρέπει καταρχήν να οριοθετηθεί το περιεχόμενό της. Γίνεται γενικά δεκτό ότι η εσωκομματική δημοκρατία απορρέει από την πολιτειακή δημοκρατική αρχή (άρθρο 20 παρ. 1 Θ.Ν.) και δανείζεται χαρακτηριστικά της χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται απολύτως μ’ αυτή. Αυτό δε σημαίνει ότι η εσωκομματική δημοκρατία είναι ένα μίνι-μουμ δημοκρατίας ή ένα μέρος της δημοκρατικής αρχής αλλά μια ειδικότερη έκφανσή της, με τα χαρακτηριστικά που συνάδουν με τη φύση και τις λειτουργίες του πολιτικού κόμματος. Ειδικότερες ‘στιγμές’ της εσωκομματικής δημο-κρατίας που μας ενδιαφέρουν σε σχέση με τις ποσοστώσεις είναι πάντως η διενέργεια εκλογών με βάση την πλειοψηφική αρχή, η ισότητα της ψήφου και το (παθητικό) δικαίωμα εκλογής. Καταρχήν οι ποσοστώσεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τη διενέργεια εκλογών αλλά την προϋποθέτουν. Ο δε περιορισμός της ελευθερίας της ψηφοφορίας που προκύπτει από την υποχρεωτική εκλογή συγκεκριμένου αριθμού ατόμων με ένα χαρακτηριστικό (π.χ. γυναικών) δικαιολογείται από το γεγονός ότι η εισαγωγή της ποσόστωσης έχει γίνει με απόφαση του ανώτατου οργάνου (συνήθως Συνεδρίου) που δικαιούται στα πλαίσια της οργανωτικής αυτονομίας να αυτο-περιορίζεται (στο βαθμό που δεν προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα, εν προκειμένω την αρχή της ισότητας που θα εξεταστεί παρακάτω). Η εισαγωγή ποσόστωσης μπορεί εξάλλου να ειδωθεί ως κανόνας που αφορά όχι την εκλογική διαδικασία αλλά τη σύνθεση των κομματικών οργάνων, όπως για παράδειγμα και ο αριθμός των μελών κάθε οργάνου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την ελευθερία της ψηφοφορίας. Η ίδια απάντηση αρμόζει εξάλλου και στην ένσταση ότι περιορίζεται το παθητικό εκλογικό δικαίωμα κάποιων υποψηφίων. Ο περιορισμός αυτός είναι εξίσου νομιμοποιημένος με τον περιο-ρισμό του αριθμού των μελών κάθε οργάνου, που αφορά (και αυτή) τη σύνθεση του οργάνου. Περαιτέρω εξετάζεται αν παραβιάζεται η αρχή της πλειοψηφίας όταν εκλέγεται μία υποψήφια πιθανόν με λιγότερες ψήφους από έναν συνυποψήφιό της απλώς και μόνον επειδή φέρει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό - το φύλο της. Αν όμως δεχτούμε ότι η απόφαση για τη σύνθεση του οργάνου είναι δημοκρα-τικά νομιμοποιημένη, τότε η αρχή της πλειοψηφίας πρέπει να ισχύει μόνο στο εσωτερικό των επιμέρους ομάδων που πρόκειται να εκλεγούν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τις τοπικές ποσοστώσεις, αν δηλαδή προβλέπεται η εκλογή κατά εκλογική περιφέρεια ή κατά οργάνωση, η πλειοψηφική αρχή ισχύει μεταξύ των υποψηφίων της ίδιας εκλογικής περιφέρειας ή οργάνωσης. 2. Αρχή της ισότητας και ποσοστώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 Θ.Ν. (παλαιά διατύπωση) “Οι άνδρες και οι γυ-ναίκες έχουν τα ίδια δικαιώματα” ενώ η παρ. 3 Θ.Ν. ορίζει ότι “κανείς δεν επι-τρέπεται να απολαμβάνει προνομιακή ή να υπόκειται σε δυσμενή αντιμετώπι-ση λόγω του φύλου του”. Η μεν παρ. 2 δηλαδή θέτει την αρχή της ισότητας, η δε παρ. 3 την απαγόρευση διαφοροποίησης (Differenzierungsverbot) με βάση το φύλο. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να αναγνωσθούν σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 3 Θ.Ν. που απαγορεύει όχι μόνο την άνιση μεταχείριση όμοιων καταστάσεων αλλά και την ίση μεταχείριση ουσιαστικά διαφορετικών κατα-στάσεων, με βάση την αντίληψη ότι η απόλυτα ίση μεταχείριση αναπαράγει ή πολλαπλασιάζει την προϋπάρχουσα κοινωνική ανισότητα. Το καθοριστικό εί-ναι να συμφωνηθούν εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρούνται καθοριστικά, τα οποία είναι τέτοιας ποιότητας και τέτοιου βάρους, ώστε να δικαιολογούν σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας τη διαφορετική μεταχείριση. Το ερώτημα εντοπίζεται συνεπώς στην ερμηνευτική σχέση των τριών παρα-γράφων του άρθρου 3 μεταξύ τους. Σύμφωνα με την κλασική ερμηνεία οι πα-ράγραφοι 2 και 3 είναι ταυτόσημες, πράγμα που μεταφράζεται σε απαγόρευση οποιασδήποτε διάκρισης με βάση το φύλο. Αυτή η υποκειμενικοδικαιική εκδο-χή έρχεται σε αντίθεση με μια δεύτερη ανάγνωση της παρ. 2, η οποία λαμβάνει υπόψη της το περιεχόμενο ‘αντικειμενικού δικαίου’ (objektiver Gehalt) των θε-μελιωδών δικαιωμάτων και επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, τη λήψη θετικών μέ-τρων που αποσκοπούν στην ουσιαστική και όχι μόνο στην τυπική ισότητα. Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορεί το επιχείρημα ότι δεν αρκεί η ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αλλά προϋποτίθενται και εκείνες οι κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν την άσκηση και ενεργοποίηση των δικαιωμάτων. Υ-πέρ της άποψης αυτής τονίζεται ακόμη ο συλλογικός χαρακτήρας του δικαιώ-ματος της παρ. 2, που βασίζεται τόσο στη διατύπωση ‘άνδρες και γυναίκες’ (στον πληθυντικό), όσο και στην αρχή του κοινωνικού κράτους και στην κοι-νωνική διάσταση των δικαιωμάτων, καθώς και ότι δε δικαιολογείται στο ελλει-πτικό συνταγματικό κείμενο επανάληψη με άλλα λόγια του ίδιου δικαιώματος. Είναι προφανές ότι η πρώτη (κλασική) άποψη αρνείται τη συνταγματικότητα των ποσοστώσεων ενώ η δεύτερη αποφαίνεται υπέρ αυτής. Στη δεύτερη περί-πτωση το ερώτημα επανατίθεται σε περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ της υπο-κειμενικής και της αντικειμενικής διάστασης του δικαιώματος της ισότητας• κατά πόσο είναι δηλαδή συνταγματικά ανεκτές οι αντίστροφες ή θετικές δια-κρίσεις (umgekehrte / positive Diskriminierung). Η απάντηση που δίδεται α-πορρέει από την αρχή του κοινωνικού κράτους και βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν δηλ. μπορεί να καταφαθεί η προσφορότητα και η ανα-γκαιότητα των μέτρων αυτών. Είναι προφανές ότι η πρώτη (κλασική) άποψη αρνείται τη συνταγματικότητα των ποσοστώσεων ενώ η δεύτερη αποφαίνεται υπέρ αυτής. Στη δεύτερη περί-πτωση το ερώτημα επανατίθεται σε περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ της υπο-κειμενικής και της αντικειμενικής διάστασης του δικαιώματος της ισότητας• κατά πόσο είναι δηλαδή συνταγματικά ανεκτές οι αντίστροφες ή θετικές δια-κρίσεις (umgekehrte / positive Diskriminierung). Η απάντηση που δίδεται α-πορρέει από την αρχή του κοινωνικού κράτους και βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν δηλ. μπορεί να καταφαθεί η προσφορότητα και η ανα-γκαιότητα των μέτρων αυτών. Εξετάζεται έτσι παρακάτω το κατά πόσον οι εσωκομματικές ποσοστώσεις απο-τελούν πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την αύξηση της γυναικείας συμμε-τοχής στην κομματική και κατ’ επέκταση στην πολιτική ζωή. Η προσφορότητα μπορεί εύκολα να καταφαθεί λογικά και εξορισμού αλλά και να διαπιστωθεί εμπειρικά και προκύπτει όντως από τις στατιστικές των κομμάτων που έθεσαν σε ισχύ ποσοστώσεις. Δυσκολότερη να απαντηθεί είναι η ερώτηση σχετικά με την αναγκαιότητα, κατά πόσο αποτελούν δηλαδή οι ποσοστώσεις την ελάχιστη αναγκαία απόκλιση από την υποκειμενική-τυπική ισότητα προκειμένου να ε-πιτευχθεί η ουσιαστική-αντικειμενική. Την αναγκαιότητα αυτή ανατρέπει το επιχείρημα ότι η νομική τυπική ισότητα είναι από μόνη της σε θέση να φέρει και την ουσιαστική ισότητα αυτόματα με το πέρασμα του χρόνου. Η επιχειρη-ματολογία αυτή μπορεί να απαντηθεί με βάση τις ακόλουθες δυο σκέψεις: Πρώτον, παρά την κατοχύρωση προ πολλού χρόνου της νομικής ισότητας, η κοινωνική ανισότητα, μολονότι μειωμένη, δεν αποδομήθηκε αυτόματα αλλά ανθίσταται, ακριβώς γιατί πρόκειται για ‘δομική ανισότητα’ ενσωματωμένη στους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς. Με τις ποσοστώσεις και γενικότερα τα μέτρα θετικής δράσης επιχειρείται η αλλαγή πραγματικών δεδομένων με νομικά εργαλεία, μέσω δηλ. του δικαίου. Δεύτερον, το στοιχείο του χρόνου χα-ρακτηρίζει και τις ποσοστώσεις. Πρόκειται δηλ. για μέτρα ορισμένου χρόνου που απλώς επισπεύδουν την κοινωνική εξέλιξη και είναι προορισμένα να κα-ταργηθούν με την επίτευξη του στόχου τους. Με βάση τις σκέψεις αυτές γίνεται δεκτό ότι οι ποσοστώσεις αποτελούν συ-νταγματικά θεμιτά μέτρα που αποσκοπούν στην επίτευξη ουσιαστικής ισότητας και δεν παραβιάζουν συνταγματικές αρχές, ούτε αυτή της εσωκομματικής δη-μοκρατίας ούτε εκείνη της ισότητας των φύλων και της απαγόρευσης διακρίσεων.

Article / Άρθρο
info:eu-repo/semantics/article

Ποσοστώσεις
Geschlechtsgleichheit
Εσωκομματική οργάνωση
Κόμματα
Ισότητα φύλων
Parteien
Parteiinterne organisation
Quoten

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (EL)
Aristotle University of Thessaloniki (EN)

Γερμανική γλώσσα

1993
2009-10-12T13:11:42Z


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Νομικής

Mitteilungen des Instituts für Deutsches und Europäisches Parteienrecht, vol. Δεκ. 1993 no.τεύχος 3 [1993] p.53-73 [Published Version]
urn:ISSN:14373521

This record is part of 'IKEE', the Institutional Repository of Aristotle University of Thessaloniki's Library and Information Centre found at http://ikee.lib.auth.gr. Unless otherwise stated above, the record metadata were created by and belong to Aristotle University of Thessaloniki Library, Greece and are made available to the public under Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International license (http://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0). Unless otherwise stated in the record, the content and copyright of files and fulltext documents belong to their respective authors. Out-of-copyright content that was digitized, converted, processed, modified, etc by AUTh Library, is made available to the public under Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International license (http://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0). You are kindly requested to make a reference to AUTh Library and the URL of the record containing the resource whenever you make use of this material.
info:eu-repo/semantics/openAccess



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.