Περίπου 30 χρόνια μετά την εισαγωγή της καρδιοτοκογραφίας για την παρακολούθηση της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας και της συσταλτότητας της μήτρας, μας παρέχεται η δυνατότητα μιας έμμεσης εκτίμησης της ευεξίας του εμβρύου. Παρά τις ποικίλες αμφισβητήσεις που δέχθηκε στην αρχή αυτή η μέθοδος, καθώς θεωρήθηκε υπεύθυνη για το δυσμενές περιγεννητικό αποτέλεσμα σε ορισμένους τοκετούς, η ηλεκτρονική παρακολούθηση της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας παραμένει η πιο προσβάσιμη και καλά δοκιμασμένη μέθοδος. Φυσικά, είναι σαφές ότι η καρδιοτοκογραφία από μόνη της δεν επαρκεί για την πλήρη εκτίμηση του εμβρύου, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη κάποιες περαιτέρω παράμετροι όπως υπερηχογραφικές ή βιοχημικές εξετάσεις. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητη η ορθή και κατάλληλη εφαρμογή της τεχνολογίας αυτής, έτσι ώστε να αποφευχθούν ανεπιθύμητες ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο τόσο τη ζωή της μητέρας όσο και του εμβρύου. Αυτό είναι αποτέλεσμα αφενός μεν της ελλιπούς εκπαίδευσης των επαγγελματιών των υπηρεσιών υγείας, αφετέρου δε της ανικανότητας σωστής αξιολόγησης και εκτίμησης των καρδιοτοκογραφημάτων, η οποία πρέπει να βασίζεται σε άρτια γνώση της φυσιολογίας και της παθοφυσιολογίας. Πάντως η ακριβής ερμηνεία του καρδιοτοκογραφήματος είναι η αφετηρία και θα πρέπει να γίνει θερμά αποδεκτή για να βελτιωθεί η επιτήρηση και να αποφευχθεί η παρέμβαση όπου δεν είναι απαραίτητη. Τέλος, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ( Π.Ο.Υ.) για την προώθηση ασφαλούς μητρότητας, ο στόχος μας είναι η βελτίωση της υγείας της μητέρας, της υγείας του απογόνου, καθώς επίσης και της συναισθηματικής ικανοποίησης της μητέρας και της οικογενείας της