Ο σακχαρώδης διαβήτης απασχολεί την ιατρική κοινότητα εδώ και 3.500 χρόνια και η πρώτη αναφορά για αυτόν έγινε το 1967. Διακρίνεται σε 3 μεγάλες κατηγορίες, εκ των οποίων η μια ονομάζεται σακχαρώδης διαβήτης εγκυμοσύνης. Πιο συγκεκρι-μένα, ο τύπος αυτός συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο τόσο για τη μητέρα, όσο και για το νεογνό και κατηγοριοποιείτε σε προϋπάρχοντα διαβήτη τύπου I ή II και στο σακ-χαρώδη διαβήτη της κύησης (ΣΔΚ), ο οποίος αποτελεί διαταραχή της ανοχής της γλυκόζης, με έναρξη ή αναγνώριση για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι επιπλοκές που είναι δυνατόν να προκαλέσει ο Σ.Δ.Κ. στη μητέρα είναι η διαβητική κετοξέωση, η προεκλαμψία-εκλαμψία, το υδράμνιο, η εκδήλωση της αμφιβληστροει-δοπάθειας, η ασυμπτωματική βακτηριουρία. Από την άλλη μεριά το νεογνό είναι το ίδιο επιρρεπής στην εμφάνιση επιπλοκών όπως είναι οι συγγενείς δυσπλασίες, οι αυ-τόματες αποβολές, ο ενδομήτριος θάνατος, η μακροσωμία, η υπογλυκαιμία, η υπα-σβεστιαιμία, η αναπνευστική δυσχέρεια, η μυοκαρδιοπάθεια και ο ίκτερος. Αρκετές περιγεννητικές επιπλοκές οφείλονται στην επίδραση των υψηλών επιπέδων γλυκόζης της μητέρας και μπορούν να αποφευχθούν με τη σωστή ρύθμιση κατά την περίοδο της σύλληψης και της κύησης. Η διάγνωση του ΣΔΚ επιτυγχάνεται σε δύο βήματα, τη δοκιμασία ανίχνευσης (screening test) και τη δοκιμασία διάγνωσης (diagnostic test) που εφαρμόζεται στις γυναίκες που έχουν ξεπεράσει το καθορισμένο όριο της γλυκό-ζης κατά τη δοκιμασία ανίχνευσης. Συνεπώς, η έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση, η συστηματική παρακολούθηση, η διατήρηση καλού μεταβολικού ελέγχου και η ανα-γνώριση των παραγόντων κινδύνου για τη μητέρα και το νεογνό, μπορούν να φέρουν θεαματική βελτίωση στην πρόγνωση του ΣΔΚ.