Η αποχέτευση των λυμάτων μέσω των υπονόμων και η απευθείας διοχέτευσή τους σε ένα φυσικό υδάτινο αποδέκτη δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα της απομάκρυνσης των λυμάτων. Τέτοια μέτρα εγκυμονούν κινδύνους για τους ποταμούς και τις θάλασσές μας και δεν είναι πλέον αποδεκτά. Για την επεξεργασία των λυμάτων χωρίς προβλήματα απαιτούνται εγκαταστάσεις καθαρισμού που παίρνουν τα λύματα από το αποχετευτικό δίκτυο και μετά από μια διαδικασία καθαρισμού τα αποδίδουν στους φυσικούς υδάτινους αποδέκτες. Επομένως, στην τεχνολογία καθαρισμού των λυμάτων το αποχετευτικό δίκτυο και η εγκατάσταση καθαρισμού αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα.
Ο καθαρισμός των λυμάτων έχει σαν στόχο την προστασία των υδάτινων πόρων. Αυτό προϋποθέτει γνώσεις σχετικά με τη σύσταση και την προέλευσή τους, γιατί μόνο έτσι μπορεί να συντονιστεί η διαδικασία καθαρισμού με τη δυνατότητα επιβάρυνσης με λύματα των τελικών αποδεκτών. Μια εγκατάσταση καθαρισμού πρέπει λοιπόν να απαλλάσσει τα απόβλητα από τους ρυπαντές σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί ο τελικός αποδέκτης να συνεχίσει τη διαδικασία καθαρισμού με τις δικές του δυνάμεις.