Στην παρούσα εργασία εξετάζεται κατά πόσο η λειτουργία των γυναικείων συνεταιρισμών μπορεί να συνδεθεί με τη χρήση των τοπικών πόρων και την κινητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού δημιουργώντας έτσι, παραγωγικές δραστηριότητες στην περιοχή και προσφέροντας ευκαιρίες απασχόλησης στις γυναίκες. Με άλλα λόγια, κατά πόσο η δημιουργία αυτών των συνεταιρισμών πέτυχε να επιτελέσει το ρόλο της στα πλαίσια των παραπάνω στόχων και τελικά να οδηγήσει τις υποανάπτυκτες αυτές περιοχές σε βιώσιμη τοπική ανάπτυξη. Επιπρόσθετα, μελετάται κατά πόσο η παραγωγή και η πώληση των προϊόντων των συνεταιρισμών που δε διαθέτουν κάποια επίσημη σήμανση ιδιοτυπίας αλλά έχουν μεγάλη και αναγνωρισμένη συμβολική αξία από τους καταναλωτές, μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση των εισοδημάτων και στη διαφοροποίηση της απασχόλησης στην ύπαιθρο.
Η έρευνα πραγματοποιείται στη Λέσβο, ένα νησί που αποτελεί ‘Λιγότερο Ευνοημένη Περιοχή’, όπου δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός γυναικείων συνεταιρισμών σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Συγκεκριμένα λειτουργούν εννέα συνεταιρισμοί γυναικών, που παράγουν μια μεγάλη ποικιλία τοπικών προϊόντων και βρίσκονται σε διάφορα σημεία του νησιού παρουσιάζοντας αρκετές διαφορές όσον αφορά τη λειτουργία τους αλλά και την δυναμικότητά τους. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με μέλη των συνεταιρισμών (κατά προτίμηση με την πρόεδρο του εκάστοτε συνεταιρισμού, όπου αυτό ήταν δυνατό) με τη βοήθεια δομημένων ερωτηματολογίων.