Σκοπός της παρούσας πτυχιακής εργασίας είναι να προσπαθήσει να εξετάσει το φαινόμενο της επανάχρησης παλιών βιομηχανικών κτιρίων ως κέντρα πολιτισμού. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και στις επαρχιακές πόλεις, που οι χώροι που κάποτε αποτελούσαν τους πυρήνες της βιομηχανικής παραγωγής, πλέον χρησιμοποιούνται για να παράγουν και να προωθήσουν τον πολιτισμό.
Μέσα από μία ανασκόπηση με αναφορές στην ιστορία της βιομηχανίας της Ελλάδας, την «βιομηχανική επανάσταση» στον ελλαδικό χώρο και τις έννοιες της βιομηχανικής αρχαιολογίας και της βιομηχανικής κληρονομιάς - τομείς που κερδίζουν έδαφος τις τελευταίες δεκαετίες - θα επιχειρήσει να δώσει μια συνολική εικόνα της ελληνικής βιομηχανίας από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, καθώς και να μιλήσει για την αξία που έχει ο βιομηχανικός πολιτισμός (κτίρια, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, γραμμές παραγωγής, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες) για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Στη συνέχεια, θα επικεντρωθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια της Ελλάδας, το Εργοστάσιο Φωταερίου της Αθήνας και την ανάπλασή του σε «Τεχνόπολη». Μέσα από την ιστορία του εργοστασίου, την κτιριακή εγκατάσταση, την γραμμή παραγωγής του φωταερίου και την εξοικείωση με τον μηχανολογικό εξοπλισμό, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει ολόκληρη την βιομηχανική εγκατάσταση και να πάρει χρήσιμες πληροφορίες για τις συνθήκες της βιομηχανικής εργασίας της εποχής.
Στη συνέχεια θα αναλυθεί η διαδικασία που οδήγησε στην επανάχρησή του και την δημιουργία της σημερινής Τεχνόπολης. Θα παρουσιαστούν οι νέοι χώροι μετά την ανάπλαση, το σύνολο των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα σήμερα, καθώς και μια ανάλυση της διαδρομής του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου.
Η εργασία ολοκληρώνεται με μία συνοπτική παρουσίαση δύο άλλων παραδειγμάτων βιομηχανικών εγκαταστάσεων που σήμερα αξιοποιούνται ως χώροι πολιτισμού: το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου και το Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη του Δήμου Αθηναίων, καθώς και με την εξαγωγή μερικών σύντομων συμπερασμάτων.