Μια θεωρητική προσπάθεια μετάβασης από τον όρο γλωσσική ικα-νότητα στον όρο κριτική γλωσσική ταυτότητα στο πλαίσιο ανάδειξης της γλωσσικής χαρισματικότητας των μαθητών

 
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Μια θεωρητική προσπάθεια μετάβασης από τον όρο γλωσσική ικα-νότητα στον όρο κριτική γλωσσική ταυτότητα στο πλαίσιο ανάδειξης της γλωσσικής χαρισματικότητας των μαθητών (EL)

ΣΟΥΒΛΙΔΗ, ΜΑΡΙΑ

Η παρούσα θεωρητική εργασία διερευνά τους παράγοντες  που υπεισέρχονται στην υιοθέτηση ενός ορισμού για τις γλωσσικές ικανότητες  χαρισματικών παιδιών, δεδομένου ότι η προσπάθεια δημιουργίας  ενός ορισμού για την γλωσσική ικανότητα παίζει καταλυτικό ρόλο στις διδακτικές επιλογές που προκρίνονται για την έκβαση της μαθησιακής διαδικασίας. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη τις περιοριστικές παραμέτρους-ενστάσεις  ενός τέτοιου εγχειρήματος, έτσι όπως αναδεικνύονται από τις μελέτες της κριτικής ανάλυσης λόγου του Fairclough,  όπου ο μηχανισμός της γλώσσας καθίσταται ένας ιδεολογικός  μηχανισμός  που αναπαράγει μορφές εξουσίας  μέσω των θεσμών, όπως αυτός του εκπαιδευτικού θεσμού. Η προσπάθειά μας ενισχύεται από τους προβληματισμούς  για την υιοθέτηση ενός ορισμού για την γλωσσική ευφυΐα από την Θεωρία της Επικοινωνιακής  Δράσης του  Habermas. Η υιοθέτηση ενός ορισμού για την γλωσσική ικανότητα που προάγει το λειτουργικό γραμματισμό ελλοχεύει τον κίνδυνο να παραγκωνιστεί ο κριτικός  γραμματισμός  που αναφέρεται στην ακρόαση,  ομιλία, ανάγνωση,  γραφή και στην κριτική σκέψη. Παραγκωνίζει την πολιτισμική γνώση που καθιστά ικανό τον ομιλητή, συγγραφέα, αναγνώστη να χρησιμοποιούν τη γλώσσα όχι μόνο για να σκέφτονται, μα και να αμφισβητούν, έτσι ώστε να συμμετέχουν αποτελεσματικά στην κοινωνία. Τελικά θέτουμε προβληματισμούς  σχετικά με τη σύνδεση ενός ορισμού για την γλωσσική ικανότητα με όρους χειραφέτησης των ανθρώπων καθιστώντας τους κριτές της κοινωνικής πραγματικότητας γύρω τους. (EL)
This paper explores the factors involved in adopting a definition of the linguistic abilities of charismatic children, since the attempt to create a definition of linguistic competence plays a determinant role in the teaching choices, that are appropriate for the outcome of the learning process. In particular, we take into account the restrictive parameters-objections of such an exercise, as evidenced by the studies of Fairclough's critical analysis, in which the mechanism of language becomes an ideological mechanism that reproduces forms of power, through institutions such as the educational institution. Our effort is reinforced by the concerns about adopting a definition of linguistic intelligence from Habermas' Theory of Communication Action. Adopting a definition of linguistic competence that promotes functional literacy undermines the risk of crippling literacy about listening, speaking, reading, writing and critical thinking. It overpowers the cultural knowledge that enables a speaker, a writer, a reader to use language not only to think but to challenge a questioning, in order to participate effectively in society. (EN)

info:eu-repo/semantics/article
info:eu-repo/semantics/publishedVersion

επικοινωνία (EL)
διυποκειμενικότητα (EL)
ταυτότητα (EL)
ιδεολογία (EL)
χειραφέτηση (EL)
εξουσία (EL)
emancipation (EN)
identity (EN)
ideology (EN)
inter-subjectivity (EN)
power (EN)
communication (EN)


Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης

Ελληνική γλώσσα

2019-03-06


Research Center of Psychophysiology and Education (EL)

2529-1157
Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης; Τόμ. 1 (2017): 7ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ; 1254-1264 (EL)
Panhellenic Conference of Educational Sciences; Τόμ. 1 (2017): 7ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ; 1254-1264 (EN)

Copyright (c) 2019 ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΒΛΙΔΗ (EL)



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.