Στρατηγικές αντιμετώπισης της χρόνιας πίεσης (χρόνιου στρες) και αντίληψη ελέγχου στον ασθενή με ρευματοειδή αρθρίτιδα σε σχέση με την ψυχολογική δυσφορία

RDF 

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :
Πανεπιστήμιο Κρήτης
Αποθετήριο :
E-Locus Ιδρυματικό Καταθετήριο
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Σημασιολογικός εμπλουτισμός/ομογενοποίηση από το EKT
2007 (EL)
Στρατηγικές αντιμετώπισης της χρόνιας πίεσης (χρόνιου στρες) και αντίληψη ελέγχου στον ασθενή με ρευματοειδή αρθρίτιδα σε σχέση με την ψυχολογική δυσφορία

Βασιλάκη, Ειρήνη Εμμ.

Ρούσση

Βιβλιογραφική Ανασκόπηση Από την αναδρομή στην τρέχουσα βιβλιογραφία για το στρες γίνεται φανερό ότι καλύτερη προσαρμογή επιτυγχάνεται όταν η αντίληψη ελέγχου και οι στρατηγικές αντιμετώπισης βρίσκονται σε συνάρτηση με το πλαίσιο αναφοράς του στρες, δηλαδή με τις ειδικές συνθήκες της στρεσογόνας κατάστασης (Folkman, 1992; Roussi, 2002). Σε μία κατάσταση χαμηλής ελεγξιμότητας όπου η αντίληψη προσωπικού ελέγχου είναι περιορισμένη, η αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου μέσω τρίτων και η αντίληψη αναπληρωματικού ελέγχου πάνω στις συνέπειες της κατάστασης αναμένεται να είναι περισσότερο βοηθητικές στην προσαρμογή (Roussi, Miller, & Shoda, 2000; Thompson, 2002, 1993). Επίσης σε μία κατάσταση χαμηλής ελεγξιμότητας όπου τα περιθώρια για ενεργητική αντιμετώπιση είναι περιορισμένα, οι στρατηγικές εκούσιας ψυχολογικής προσέγγισης και εκούσιας ψυχολογικής αποδέσμευσης αναμένεται να είναι περισσότερο βοηθητικές στην προσαρμογή (Austenfeld & Stanton, 2004; Compas et al., 1997; Stanton, Danoff-Burg, et al., 2000; Wadsworth et al., 2004). Συνεπώς, η προσαρμογή απαιτεί ικανότητα διάκρισης των ειδικών συνθηκών της στρεσογόνας κατάστασης και ευελιξία στην εναλλαγή των κατάλληλων αντιλήψεων ελέγχου και των κατάλληλων στρατηγικών ανάλογα με αυτές τις συνθήκες (Cheng, 2001, 2003; Roussi, Miller, & Shoda, 2000). Από την αναδρομή στη βιβλιογραφία επίσης παρατηρούμε ότι υπάρχουν διαφορετικοί συνδυασμοί ή μοτίβα αντιλήψεων ελέγχου και στρατηγικών και ότι υπάρχουν ατομικές διαφορές στη χρήση αυτών των μοτίβων οι οποίες σχετίζονται με την προσαρμογή (Chiu et al., 1995; Mischel & Shoda, 1995). Σε μία χρόνια κατάσταση χαμηλής ελεγξιμότητας, τα άτομα που διαθέτουν την ευελιξία να συνδυάζουν εναλλακτικές μορφές ελέγχου, όπως την αντίληψη δευτερογενούς και αναπληρωματικού ελέγχου, καθώς και τα άτομα που διαθέτουν την ευελιξία να συνδυάζουν τη χρήση στρατηγικών επίλυσης του προβλήματος μαζί με τη χρήση στρατηγικών εκούσιας ψυχολογικής προσέγγισης και αποδέσμευσης από το πρόβλημα αναμένεται να είναι καλύτερα προσαρμοσμένα (Astin et al., 1999; Cheng, 2001, 2003; McCracken, 1998; McCracken et al., 2004; Smith & Wallston, 1996). Σημασία της Παρούσας Έρευνας Δεδομένου ότι η κάθε στρεσογόνα κατάσταση αποτελεί ένα ιδιαίτερο πλαίσιο αναφοράς, η υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν έχει ακόμα επαρκώς διερευνήσει τις διαφορές στις αντιλήψεις ελέγχου και στις στρατηγικές ανάμεσα σε διαφορετικές καταστάσεις αλλά ούτε ανάμεσα σε διαφορετικά άτομα. Μία χρόνια στρεσογόνα κατάσταση χαμηλής ελεγξιμότητας αποτελεί ένα ιδιαίτερο πλαίσιο αναφοράς με ειδικό ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των εναλλακτικών αντιλήψεων ελέγχου και των στρατηγικών ρύθμισης του συναισθήματος, εφόσον η αντίληψη προσωπικού ελέγχου και οι στρατηγικές επίλυσης του προβλήματος θεωρητικά έχουν μειωμένη προσαρμοστική αξία. Η παρούσα έρευνα χρησιμοποιεί τη ρευματοειδή αρθρίτιδα ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου χρόνιου στρες χαμηλής ελεγξιμότητας, καθώς πρόκειται για μια χρόνια πάθηση που προκαλεί ποικιλία στρεσογόνων καταστάσεων άλλων περισσότερο και άλλων λιγότερο ελέγξιμων (Fournier et al., 2002). Από τη μία μεριά, η πρωτογενής πηγή ή αιτία του στρες, δηλαδή η ίδια η ύπαρξη της νόσου και η εξέλιξή της, θεωρείται εξ ορισμού χαμηλής ελεγξιμότητας λόγω των απρόβλεπτων εξάρσεων και υφέσεων. Από την άλλη, τα καθημερινά συμπτώματα της νόσου θεωρούνται δευτερογενείς πηγές του στρες οι οποίες κυμαίνονται σε ελεγξιμότητα: ο πόνος και η δυσκινησία, που αποτελούν τα δύο βασικά συμπτώματα της νόσου, κάποιες μέρες είναι περισσότερο ελέγξιμα και άλλες μέρες λιγότερο ελέγξιμα λόγω της κυμαινόμενης ενεργότητας (Klippel, 2003; Newman & Mulligan, 2000). Άρα το παράδειγμα αυτό προσφέρει τη δυνατότητα διαφορικής εξέτασης των αντιλήψεων ελέγχου και των στρατηγικών ανάμεσα σε διαφορετικές πλευρές της νόσου με διαφορετική ελεγξιμότητα. Στόχοι της Παρούσας Έρευνας Η παρούσα έρευνα λοιπόν είχε σκοπό να διερευνήσει: 1. Εάν οι ασθενείς διαμορφώνουν διαφορετικές αντιλήψεις ελέγχου των δύο διαφορετικών πλευρών της νόσου, δηλαδή του στρες που πηγάζει από την ίδια την εξέλιξη της νόσου και του στρες που πηγάζει από τα καθημερινά συμπτώματα της νόσου. 2. Εάν οι ασθενείς χρησιμοποιούν διαφορετικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση των δύο αυτών διαφορετικών πλευρών της νόσου. 3. Εάν οι αντιλήψεις ελέγχου της κάθε πλευράς της νόσου σχετίζονται με την επιλογή των στρατηγικών για την αντιμετώπισή της. 4. Εάν οι αντιλήψεις ελέγχου που διαθέτουν οι ασθενείς και οι στρατηγικές αντιμετώπισης που χρησιμοποιούν σχετίζονται με την ψυχολογική δυσφορία που βιώνουν. 5. Εάν υπάρχουν ατομικά μοτίβα αντίληψης ελέγχου και στρατηγικών αντιμετώπισης που σχετίζονται διαφορικά με τη δυσφορία. Υποθέσεις Υπόθεση 1: Οι Διαφορές στις Αντιλήψεις Ελέγχου Ανάμεσα στις Δύο Πλευρές Της Νόσου Υποθέσαμε ότι οι αντιλήψεις ελέγχου θα είναι διαφορετικές ανάμεσα στις δύο διαφορετικές πλευρές της νόσου, δηλαδή ανάμεσα στο στρες που πηγάζει από την ίδια την εξέλιξη της νόσου και στο στρες που πηγάζει από τα καθημερινά συμπτώματα της νόσου. Συγκεκριμένα υποθέσαμε ότι: (α) Η αντίληψη προσωπικού ελέγχου της εξέλιξης της νόσου θα είναι χαμηλότερη από την αντίληψη προσωπικού ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων (αντίληψη αναπληρωματικού ελέγχου). (β) Η αντίληψη ελέγχου μέσω τρίτων της εξέλιξης της νόσου (αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου της νόσου) θα είναι υψηλότερη από την αντίληψη ελέγχου μέσω τρίτων των καθημερινών συμπτωμάτων (αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου των συμπτωμάτων). Υπόθεση 2: Οι Διαφορές στις Στρατηγικές Αντιμετώπισης Ανάμεσα στις Δύο Πλευρές Της Νόσου Υποθέσαμε ότι οι στρατηγικές αντιμετώπισης θα είναι διαφορετικές ανάμεσα στις δύο διαφορετικές πλευρές της νόσου, δηλαδή ανάμεσα στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου και στην αντιμετώπιση των καθημερινών συμπτωμάτων. Συγκεκριμένα υποθέσαμε ότι: (α) Η χρήση των επικεντρωμένων στην επίλυση του προβλήματος στρατηγικών θα είναι υψηλότερη στην αντιμετώπιση των καθημερινών συμπτωμάτων από ό,τι στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου. (β) Η χρήση των επικεντρωμένων στη ρύθμιση του συναισθήματος στρατηγικών θα είναι υψηλότερη στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου από ό,τι στην αντιμετώπιση των καθημερινών συμπτωμάτων. Υπόθεση 3: Η Σχέση Ανάμεσα στις Αντιλήψεις Ελέγχου και στις Στρατηγικές Αντιμετώπισης Υποθέσαμε ότι οι αντιλήψεις προσωπικού ελέγχου θα σχετίζονται θετικά με τη χρήση στρατηγικών επίλυσης του προβλήματος και θα σχετίζονται αρνητικά με τη χρήση στρατηγικών αποδέσμευσης από το πρόβλημα. Η σχέση των αντιλήψεων δευτερογενούς ελέγχου με την αντιμετώπιση εξετάσθηκε διερευνητικά. Υπόθεση 4: Η Σχέση Ανάμεσα στις Αντιλήψεις Ελέγχου και στην Ψυχική Διάθεση Υποθέσαμε ότι οι αντιλήψεις εναλλακτικών μορφών ελέγχου θα σχετίζονται με την ψυχική διάθεση. Συγκεκριμένα υποθέσαμε ότι: (α) Οι αντιλήψεις προσωπικού ελέγχου των συμπτωμάτων, της περίθαλψης και των συναισθημάτων (αντιλήψεις αναπληρωματικού ελέγχου) θα σχετίζονται αρνητικά με τη δυσφορία και θετικά με τη θετική διάθεση. (β) Οι αντιλήψεις ελέγχου της εξέλιξης της νόσου και των καθημερινών συμπτωμάτων μέσω τρίτων (αντιλήψεις δευτερογενούς ελέγχου) θα σχετίζονται αρνητικά με τη δυσφορία και θετικά με τη θετική διάθεση. Υπόθεση 5: Η Σχέση Ανάμεσα στις Στρατηγικές Αντιμετώπισης και στην Ψυχική Διάθεση Υποθέσαμε ότι οι στρατηγικές εκούσιας ψυχολογικής προσέγγισης και εκούσιας ψυχολογικής αποδέσμευσης θα σχετίζονται αρνητικά με τη δυσφορία και θετικά με τη θετική διάθεση και οι στρατηγικές ακούσιας ψυχολογικής προσέγγισης και ακούσιας ψυχολογικής αποδέσμευσης θα έχουν την αντίστροφη σχέση με την ψυχική διάθεση. Συγκεκριμένα υποθέσαμε ότι: (α) Η θετική επανεκτίμηση, η αποδοχή, το χιούμορ και η νοητική αποδέσμευση (απόσπαση της προσοχής) θα σχετίζονται αρνητικά με τη δυσφορία και θετικά με τη θετική διάθεση. (β) Η συμπεριφορική αποδέσμευση (παραίτηση), η άρνηση και η συναισθηματική εκτόνωση θα σχετίζονται θετικά με τη δυσφορία και αρνητικά με τη θετική διάθεση. Οι σχέσεις των υπόλοιπων στρατηγικών με την ψυχική διάθεση εξετάσθηκαν διερευνητικά. Υπόθεση 6: Ατομικά Μοτίβα Αντίληψης Ελέγχου και Αντιμετώπισης και η Σχέση τους με την Ψυχική Διάθεση Υποθέσαμε ότι υπάρχουν ατομικές διαφορές ανάμεσα στους ασθενείς ως προς την αντίληψη ελέγχου και ως προς την αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου και των καθημερινών συμπτωμάτων, και ότι τα διακριτά ατομικά μοτίβα αντίληψης και αντιμετώπισης θα σχετίζονται διαφορικά με την ψυχική διάθεση. Συγκεκριμένα υποθέσαμε ότι: (α) Οι ασθενείς που είναι ικανοί να συνδυάζουν την αντίληψη ελέγχου της εξέλιξη της νόσου και των καθημερινών συμπτωμάτων μέσω τρίτων (αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου) μαζί με την αντίληψη προσωπικού ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων (αντίληψη αναπληρωματικού ελέγχου) θα βιώνουν χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας από εκείνους που έχουν διαφορετικά μοτίβα αντίληψης ελέγχου. (β) Οι ασθενείς που είναι ικανοί να συνδυάζουν τη χρήση των επικεντρωμένων στην επίλυση του προβλήματος στρατηγικών μαζί με τη χρήση στρατηγικών εκούσιας ψυχολογικής προσέγγισης του προβλήματος (θετική επανεκτίμηση, αποδοχή και χιούμορ) καθώς επίσης και με τη χρήση εκούσιας ψυχολογικής αποδέσμευσης (απόσπαση της προσοχής) θα βιώνουν χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας από εκείνους που έχουν διαφορετικά μοτίβα αντιμετώπισης. Μέθοδος Δείγμα Οι συμμετέχοντες ήταν 102 ασθενείς διαγνωσμένοι με ρευματοειδή αρθρίτιδα προερχόμενοι από την ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου. Η συλλογή του δείγματος έγινε κατά διαδοχική σειρά προσέλευσης για προγραμματισμένη επανεξέταση στα τακτικά Εξωτερικά Ρευματολογικά Ιατρεία του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Διαδικασία – Εργαλεία Μέτρησης Η εξέταση ήταν μια δομημένη συνέντευξη με τη χορήγηση ερωτηματολογίων και ψυχομετρικών δοκιμασιών και διαρκούσε περίπου τρία τέταρτα της ώρας. Η δομημένη συνέντευξη εξέταζε τα εξής, με τη σειρά που αναφέρονται: (α) δημογραφικές και ιατρικές πληροφορίες, (β) την ψυχολογική δυσφορία, χρησιμοποιώντας τις υποκλίμακες θλίψης, θυμού και έντασης του Προφίλ Ψυχικής Διάθεσης (Profile of Mood Scale, McNair, Lorr, & Droppelman, 1971) και τις υποκλίμακες άγχους και κατάθλιψης του Ερωτηματολογίου Συμπτωμάτων (Symptom Checklist-90-R, Derogatis & Cleary, 1977), (γ) τη θετική διάθεση, χρησιμοποιώντας την υποκλίμακα της ενεργητικότητας του Προφίλ Ψυχικής Διάθεσης (POMS), (δ) τις αντιλήψεις ελέγχου, χρησιμοποιώντας ερωτήσεις ειδικά σχεδιασμένες για τις συγκεκριμένες στρεσογόνες καταστάσεις αυτής της έρευνας, και (ε) τις στρατηγικές αντιμετώπισης, χρησιμοποιώντας το Ερωτηματολόγιο Τρόπων Αντιμετώπισης Προβλημάτων (Coping Orientation to Problems Experienced, Carver, Scheier, & Weintraub, 1989). Αποτελέσματα Υπόθεση 1: Οι Διαφορές στις Αντιλήψεις Ελέγχου Ανάμεσα στις Δύο Πλευρές Της Νόσου Βρέθηκε ότι, αντίθετα από την υπόθεσή μας, η αντίληψη προσωπικού ελέγχου της εξέλιξης της νόσου δεν διέφερε σημαντικά από την αντίληψη προσωπικού ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων (t (101) = -1.11). Επίσης, σύμφωνα με την υπόθεσή μας, η αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου της εξέλιξης της νόσου ήταν σημαντικά υψηλότερη από την αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων (νόσος: M.Ο. = 1.91, Τ.Α. = 1.50; συμπτώματα: M.Ο. = 1.50, Τ.Α. = 1.47; t (101) = 2.30; p &lt ; .05). Υπόθεση 2: Οι Διαφορές στις Στρατηγικές Αντιμετώπισης Ανάμεσα στις Δύο Πλευρές Της Νόσου Βρέθηκε ότι, αντίθετα από την υπόθεσή μας, η χρήση των επικεντρωμένων στην επίλυση του προβλήματος στρατηγικών δεν διέφερε ανάμεσα στην αντιμετώπιση των δύο πλευρών της νόσου. Επίσης, αντίθετα από την υπόθεσή μας, η χρήση των επικεντρωμένων στη ρύθμιση του συναισθήματος στρατηγικών δεν διέφερε ανάμεσα στην αντιμετώπιση των δύο πλευρών της νόσου. Υπόθεση 3: Η Σχέση Ανάμεσα στις Αντιλήψεις Ελέγχου και στις Στρατηγικές Αντιμετώπισης Σύμφωνα με την υπόθεσή μας, βρέθηκε ότι η αντίληψη προσωπικού ελέγχου της εξέλιξης της νόσου σχετίζεται θετικά με τη χρήση της λήψης μέτρων (r = .25; p &lt ; .05) και θετικά με τη χρήση της αναβολής άλλων δραστηριοτήτων (r = .24; p &lt ; .05) και ότι η αντίληψη προσωπικού ελέγχου των συμπτωμάτων σχετίζεται αρνητικά με τη χρήση της συμπεριφορικής αποδέσμευσης (r = -.26; p &lt ; .01). Ως προς τις αντιλήψεις δευτερογενούς ελέγχου βρέθηκαν οι εξής σημαντικές σχέσεις: Η αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου της εξέλιξης της νόσου σχετίζεται θετικά με τη λήψη μέτρων (r = .28; p &lt ; .01), με την αναβολή άλλων δραστηριοτήτων (r = .29; p < .01) και με την αναζήτηση συναισθηματικής υποστήριξης (r = .27; p &lt ; .01). Η αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων σχετίζεται θετικά με την αναζήτηση πληροφοριών (r = .32; p &lt ; .01). Υπόθεση 4: Η Σχέση Ανάμεσα στις Αντιλήψεις Ελέγχου και στην Ψυχική Διάθεση Σύμφωνα με τις υποθέσεις μας, βρέθηκε ότι η αντίληψη προσωπικού ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων σχετίζεται θετικά με τη θετική διάθεση (r = .27; p < .01). Επιπλέον, οι αντιλήψεις προσωπικού ελέγχου της περίθαλψης και των συναισθημάτων σχετίζονται θετικά με τη θετική διάθεση (r = .21; p &lt ; .05 και r = .33; p &lt ; .01, αντίστοιχα). Τέλος, η αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου των καθημερινών συμπτωμάτων σχετίζεται θετικά με τη θετική διάθεση (r = .21; p &lt ; .05). Αντίθετα από την υπόθεση μας, η αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου της εξέλιξης της νόσου δεν σχετίζεται σημαντικά με την ψυχική διάθεση. Υπόθεση 5: Η Σχέση Ανάμεσα στις Στρατηγικές Αντιμετώπισης και στην Ψυχική Διάθεση Σύμφωνα με τις υποθέσεις μας, βρέθηκε ότι στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου η χρήση της θετικής επανεκτίμησης σχετίζεται θετικά με τη θετική διάθεση (r = .22; p &lt ; .05) και η χρήση του χιούμορ σχετίζεται αρνητικά με τη δυσφορία (r = -.31; p &lt ; .01), ενώ η χρήση της συμπεριφορικής αποδέσμευσης σχετίζεται θετικά με τη δυσφορία (αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου: r = .28; p &lt ; .01; αντιμετώπιση των καθημερινών συμπτωμάτων: r = .32; p < .01). Τέλος, στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου η χρήση της συναισθηματικής εκτόνωσης και η χρήση της αναζήτησης συναισθηματικής υποστήριξης σχετίζονται αρνητικά με τη θετική διάθεση (r = -.32; p < .01 και r = -.29; p &lt ; .01, αντίστοιχα). Υπόθεση 6: Ατομικά Μοτίβα Αντίληψης Ελέγχου και Αντιμετώπισης και η Σχέση τους με την Ψυχική Διάθεση Ως προς τα μοτίβα αντίληψης ελέγχου βρέθηκαν τα εξής: Σύμφωνα με την υπόθεση μας, από την ανάλυση συστάδων με τις μεταβλητές της αντίληψης ελέγχου προέκυψαν τρεις ομάδες ατόμων που διέφεραν σημαντικά μεταξύ τους και ως προς τις τέσσερις μεταβλητές που εξετάσθηκαν. Η πρώτη ομάδα (ν = 24) χαρακτηρίζεται από συνολικά υψηλές αντιλήψεις ελέγχου. Η δεύτερη ομάδα (ν = 39) χαρακτηρίζεται από υψηλή αντίληψη δευτερογενούς ελέγχου της εξέλιξης της νόσου ενώ όλες οι άλλες μορφές ελέγχου ήταν κάτω από το μέσο όρο. Η τρίτη ομάδα (ν = 39) χαρακτηρίζεται από μέτρια επίπεδα αντίληψης προσωπικού ελέγχου και από χαμηλά επίπεδα αντίληψης δευτερογενούς ελέγχου. Αντίθετα από την υπόθεση μας, η ανάλυση της διασποράς έδειξε ότι οι τρεις ομάδες δεν διέφεραν σημαντικά ως προς τη δυσφορία και τη θετική διάθεση. Ως προς τα μοτίβα αντιμετώπισης βρέθηκαν τα εξής: Η υπόθεσή μας επαληθεύθηκε μερικώς, αφού από την ανάλυση συστάδων με τις μεταβλητές της αντιμετώπισης προέκυψαν τρεις ομάδες ατόμων που διέφεραν σημαντικά μεταξύ τους ως προς τη χρήση των 20 από τις 28 στρατηγικές που εξετάσθηκαν. Η πρώτη ομάδα (αποδέσμευση από το πρόβλημα, ν = 21) χρησιμοποίησε κυρίως την παραίτηση, σε συνδυασμό με τη στροφή προς τη θρησκεία, την άρνηση, και τη συναισθηματική εκτόνωση στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου, και επίσης χρησιμοποίησε κυρίως την άρνηση στην αντιμετώπιση των καθημερινών συμπτωμάτων. Η δεύτερη ομάδα (ψυχολογική προσέγγιση του προβλήματος, ν = 28) χρησιμοποίησε κυρίως την αποδοχή και το χιούμορ για την αντιμετώπιση και της εξέλιξης της νόσου και των καθημερινών συμπτωμάτων. Η τρίτη ομάδα (ενεργητική επίλυση του προβλήματος, ν = 52) χρησιμοποίησε κυρίως την αναβολή άλλων δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με τη λήψη μέτρων, το σχεδιασμό, και την αναζήτηση πληροφοριών και συναισθηματικής υποστήριξης στην αντιμετώπιση και των δύο πλευρών της νόσου, και επιπλέον χρησιμοποίησε την απόσπαση της προσοχής και τη συναισθηματική εκτόνωση στην αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου. Η υπόθεσή μας επαληθεύθηκε μερικώς και ως προς τις διαφορές των τριών ομάδων στην ψυχική διάθεση. Συγκεκριμένα, οι τρεις ομάδες διέφεραν σημαντικά ως προς τα επίπεδα δυσφορίας που βιώνουν, F (2, 98) = 3.96, p &lt ; .05, αλλά όχι ως προς τα επίπεδα της θετικής διάθεσης. Η ομάδα της αποδέσμευσης από το πρόβλημα βίωνε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ψυχικής δυσφορίας από την ομάδα της ψυχολογικής προσέγγισης του προβλήματος (ομάδα αποδέσμευσης: M.Ο. = 0.51, Τ.Α. = 2.02; ομάδα ψυχολογικής προσέγγισης: M.Ο. = -0.82, Τ.Α. = 1.71; p &lt ; .05). Επίσης, υπήρχε μια τάση της ομάδας αποδέσμευσης να βιώνει υψηλότερα επίπεδα δυσφορίας και από την ομάδα της ενεργητικής επίλυσης (M.Ο. = 0.18, Τ.Α. = 1.76; p = .10). Συμπεράσματα Στο πλαίσιο αναφοράς ενός χρόνιου στρες χαμηλής ελεγξιμότητας, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, τα αποτελέσματα μας παρέχουν ενδείξεις για συμπεράσματα, τα οποία, δεδομένης της συσχετιστικής φύσης της μελέτης, πρέπει να θεωρηθούν μονάχα δοκιμαστικά, ως απόπειρες ερμηνείας. Πρώτον, οι ασθενείς που αντιλαμβάνονται ότι διαθέτουν έλεγχο πάνω στις συνέπειες της νόσου τους και μέσω τρίτων προσώπων (δικών τους και θεραπευτικού προσωπικού) είναι πιθανότερο να διατηρήσουν θετική διάθεση, παρ’ ότι δεν διαθέτουν έλεγχο πάνω στην εξέλιξη της νόσου. Αυτό το συμπέρασμα αμφισβητεί τον πρωταρχικό ρόλο της αντίληψης άμεσου προσωπικού ελέγχου στην προσαρμογή, ενώ υπογραμμίζει τον υποστηρικτικό ρόλο των εναλλακτικών μορφών ελέγχου στην προσαρμογή, ιδιαίτερα όταν η πραγματικότητα περιορίζει τη δυνατότητα άσκησης προσωπικού ελέγχου (Roussi, 2002; Thompson, 2002, 1993). Δεύτερον, η χρήση της θετικής επανεκτίμησης και του χιούμορ συσχετίζονται με θετική ψυχική διάθεση, ενώ η ανάληψη δράσης δεν σχετίζεται με την ψυχική διάθεση. Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζει την προσαρμοστική αξία της γνωστικής επεξεργασίας που συμβάλλει στη συμμόρφωση με το πρόβλημα, ιδιαίτερα όταν η πραγματικότητα περιορίζει τη δυνατότητα επίλυσης του προβλήματος (Danoff-Burg & Revenson, 2005; Evers et al., 2001; Stanton, Danoff-Burg, et al., 2000). Επιπλέον, από το συμπέρασμα αυτό συνάγεται ότι η προσαρμοστική αξία όλων των στρατηγικών βρίσκεται σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πλαισίου αναφοράς, και ειδικά με την ελεγξιμότητα του προβλήματος (Folkman, 1984; Roussi et al., 2000) Τρίτον, οι ασθενείς που χρησιμοποιούν το μοτίβο της ψυχολογικής προσέγγισης του προβλήματος, δηλαδή έρχονται σε συνειδητή επαφή με το πρόβλημα, βιώνουν χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας από τους ασθενείς που χρησιμοποιούν το μοτίβο της αποδέσμευσης από το πρόβλημα. Το συμπέρασμα αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη ατομικών διαφορών στην αντιμετώπιση που σχετίζονται με την προσαρμογή: τα άτομα που αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα του πλαισίου αναφοράς, ότι δηλαδή τα περιθώρια για επίλυση και για αποφυγή του προβλήματος είναι περιορισμένα, και στρέφονται στην ψυχολογική προσέγγιση του προβλήματος, βιώνουν χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας (Cheng, 2001, 2003; Chiu et al., 1995; Mischel & Shoda, 1995). Τέλος, τα αποτελέσματα μας υποβάλλουν την ιδέα ότι ορισμένες στρατηγικές ρύθμισης του συναισθήματος, οι οποίες όταν εξετάζονται μεμονωμένα φαίνονται να είναι δυσπροσαρμοστικές, ενδέχεται να αποβαίνουν βοηθητικές, όταν συνδυάζονται με τις στρατηγικές επίλυσης του προβλήματος. Από αυτό το συμπέρασμα συνάγεται ότι η συνδυαστική χρήση των στρατηγικών ενδέχεται να προωθεί ή να αναστέλλει την επίδραση των μεμονωμένων στρατηγικών στην προσαρμογή (Smith & Wallston, 1996), και άρα η διχοτόμηση των στρατηγικών σε προσαρμοστικές και μη είναι αυθαίρετη (Compas et al., 1997; Smith et al., 1997). Αυτές οι παρατηρήσεις μεταθέτουν το ενδιαφέρον της μελλοντικής έρευνας από την ιεραρχική κατηγοριοποίηση των στρατηγικών στην διερεύνηση της καταλληλότητας της κάθε στρατηγικής στο δεδομένο πλαίσιο όπου εξετάζεται (Austenfeld & Stanton, 2004; Cheng, 2001, 2003; Park, Armeli, & Tennen, 2004; Stanton, Kirk, et al., 2000). (EL)

text

Καταπόνηση, Ψυχολογική
Stress, Phychological
Αρθρίτιδα, Ρευματοειδής ψυχολογία
Arthritis, Rheumatoid psychology
Emotions

Πανεπιστήμιο Κρήτης (EL)
University of Crete (EN)

2007-12-14




*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.