Οι ιοί του θηλώματος του ανθρώπου (HPVs) είναι μικροί διπλής έλικας DNA ιοί, οι
οποίοι συνιστούν μια οικογένεια από περισσότερους από 130 γενοτύπους. Οι ιοί HPVs έχουν
παγκόσμια κατανομή και προκαλούν ένα ευρύ φάσμα από καλοήθεις και κακοήθεις
αλλοιώσεις στον άνθρωπο. Παρά το γεγονός πως η λοίμωξη με τον ιό HPV θεωρείται
σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, οι ιοί HPVs μπορούν επίσης να μεταδοθούν μέσω και
άλλων μη σεξουλικών οδών όπως η κάθετη μετάδοση, ο αυτοενοφθαλμισμός και ο
ετεροενοφθαλμισμός και πιθανόν η έμμεση μετάδοση μέσω φομιτών. Πρόσφατες μελέτες
προτείνουν ότι η περιγενετική λοίμωξη και ο αυτοενοφθαλμισμός ή ο ετεροενοφθαλμισμός
συμβαίνουν πολύ πιο συχνά από ό,τι πιστευόταν στο παρελθόν. Έχει βρεθεί πως η κάθετη
μετάδοση του ιού HPV από HPV-θετικές μητέρες στα νεογέννητα βρέφη οδηγεί σε
επιμένουσα λοίμωξη στα πρώτα 3 χρόνια της ζωής τους. Οι λοιμώξεις στα νεογέννητα
προκαλούνται κυρίως από τους τύπους ΗPV 16 και 18 και ανιχνεύονται τόσο στη γενετική
περιοχή όσο και στη στοματική τους κοιλότητα. Ωστόσο είναι ασαφές πόσο συχνά οι
περιγεννητικές λοιμώξεις εξελίσσονται σε κλινικές αλλοιώσεις.
Οι ιοί HPV μπορούν να ταξινομηθούν σε δερματικούς και βλεννογόνιους ανάλογα
με τη θέση της λοίμωξης. Οι δερματικοί HPV τύποι προσβάλλουν το επιθήλιο του δέρματος
και προκαλούν καλοήθη δερματικά θηλώματα, όπως το κοινό θήλωμα, το ακροχορδώδες
θήλωμα και το επίπεδο θήλωμα. Οι βλεννογόνιοι HPV τύποι προσβάλλουν το βλεννογόνο
του τραχήλου της μήτρας, του ανώτερου αναπνευστικού σωλήνα και του οισοφάγου και
αποτελούν τον κύριο αιτιολογικό παράγοντα για την ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία και τον
καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Ωστόσο, παρά το γεγονός πως η παρουσία «υψηλού
κινδύνου» ιών HPV έχει προταθεί ως αναγκαία συνθήκη για την αθανατοποίηση των
επιθηλιακών κυττάρων, πειράματα in vitro έχουν δείξει πως η μόλυνση από μόνη της δεν
είναι ικανή να οδηγήσει στον κακοήθη μετασχηματισμό του τραχήλου της μήτρας. Οι
παρατηρήσεις αυτές επιβεβαιώνονται στην κλινική πράξη λόγω τόσο της χαμηλής επίπτωσης
του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε σχέση με την ευρεία διασπορά του ιού HPV
παγκόσμια, όσο και λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διαρκεί η εξέλιξη της
HPV-επαγώμενης νεοπλασίας του τραχήλου της μήτρας. Επιπρόσθετοι περιβαλλοντικοί και
γενετικοί παράγοντες, όπως η ενεργοποίηση ογκογονιδίων του κυττάρου ξενιστή είναι
πιθανόν να συμμετέχουν στην εξέλιξη της HPV λοίμωξης σε καρκίνο του τραχήλου της
μήτρας.
Η οικογένεια των ογκογονιδίων ras αποτελείται από τρία καλά χαρακτηρισμένα
γονίδια, το Harvey (H)-ras, το Kirsten(K)-ras και το Neuroblastoma (N)-ras, τα οποία
κωδικοποιούν μια πρωτεΐνη μεγέθους 21 kDa (p21) με ενεργότητα GTPάσης, η οποία
συμμετέχει στην μετάδοση κυτταρικών μηνυμάτων. Η υπερέκφραση των ογκογονιδίων ras
παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της καρκινογένεσης και έχει παρατηρηθεί σε αρκετά
είδη καρκίνου στον άνθρωπο, όπως στο καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου, της
κεφαλής-τραχήλου, της ουροδόχου κύστης και του πνεύμονα. Στόχος της παρούσας
διατριβής ήταν να εκτιμηθούν οι ποσοτικές και οι ποιοτικές αλλαγές στην έκφραση των
ογκογονιδίων ras σε γυναίκες με φυσιολογικό τράχηλο, με ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία CIN
και με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και να εξεταστεί η σχέση των αλλαγών αυτών με
την παρουσία του ιού HPV. Η έκφραση των επιπέδων mRNA των ογκογονιδίων ras
εξετάστηκε με τη μέθοδο της αντίστροφης μεταγραφής-αλυσιδωτής αντίδρασης της
πολυμεράσης RT-PCR. Επιπλέον, μελετήθηκε η συχνότητα ανεύρεσης σημειακών
μεταλλάξεων στο κωδικόνιο 12 των ογκογονιδίων ras με τη χρήση της αλυσιδωτής
αντίδρασης της πολυμεράσης PCR και της ανάλυσης πολυμορφισμού μεγέθους
περιοριστικών θραυσμάτων RFLP. Η ανίχνευση και η τυποποίηση των ιών HPV έγινε με
PCR με τη χρήση κατάλληλων γενικών και ειδικών εκκινητών. Τα επίπεδα έκφρασης mRNA
των ογκογονιδίων H-ras και N-ras ήταν στατιστικώς σημαντικά υψηλότερα στην ομάδα
ασθενών με καρκίνο του τραχήλου σε σχέση με τις ομάδες ασθενών με CIN και φυσιολογικό
τράχηλο, ενώ τα αντίστοιχα επίπεδα έκφρασης mRNA του ογκογονιδίου Κ-ras δεν
παρουσίαζαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις τρεις ομάδες των ασθενών της μελέτης.
Στις HPV θετικές ασθενείς, τα επίπεδα έκφρασης των ογκογονιδίων H-, K- and N-ras ήταν
μεγαλύτερα σε γυναίκες με καρκίνο της μήτρας θετικές για τους ιούς «υψηλού κινδύνου»
HPV 16 ή 18. Διαφορές παρατηρήθηκαν επίσης στην έκφραση των ογκογονιδίων ras σε
ασθενείς με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας μεταξύ γυναικών με πολλαπλή και μονήρη
HPV λοίμωξη. Τα ευρήματα της μελέτης μας παρουσιάζουν την έκφραση σε μεταγραφικό
επίπεδο των ογκογονιδίων ras στον τράχηλο της μήτρας και υποδεικνύουν την πιθανή
συμμετοχή της στην παθογένεια του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Τα αποτελέσματα
μας ενισχύουν την υπόθεση της αλληλεπίδρασης των ογκονιδίων ras του κυττάρου ξενιστή
με τους ιούς «υψηλού κινδύνου» HPV 16 ή 18. Περαιτέρω έρευνα απαιτείται για τη μελέτη
του ρόλου της ενεργοποίησης των ογκογονιδίων ras στη επιμονή και την εξέλιξη της HPV
λοίμωξης.
Επίσης, μελετήσαμε τη συχνότητα της ΗPV λοίμωξης σε παιδιά με καλοήθη
υπερπλασία των αδενοειδών ή/και των αμυγδαλοειδών εκβλαστήσεων. Μέχρι σήμερα
αρκετοί ερευνητές έχουν αξιολογήσει την παρουσία του ιού HPV στην στοματική κοιλότητα
στην παιδική ηλικία μελετώντας το σάλιο ή στοματικά εκπλύματα, ωστόσο τα δεδομένα
σχετικά με την HPV λοίμωξη σε βιοψιακό υλικό του μη καρκινικού βλεννογόνου της
στοματικής κοιλότητας είναι περιορισμένα. Στη μελέτη μας, το DNA του ιού HPV
ανιχνεύτηκε με τη χρήση της αντίδρασης PCR με γενικούς εκκινητές και η τυποποίηση του
ιού πραγματοποίηθηκε με PCR με τη χρήση ειδικών εκκινητών. Ο ιός HPV ανιχνεύτηκε σε 9
(8,5%) από τα 106 δείγματα που μελετήθηκαν. Ο ιός HPV 16 ήταν κυρίαρχος, ενώ ο ιός
HPV 11 ανιχνεύτηκε λιγότερο συχνά. Η μέση ηλικία των παιδιών με HPV–θετικά δείγματα
ήταν μικρότερη σε σχέση με τα HPV–αρνητικά παιδιά. Δεν παρουσιάστηκε στατιστικά
σημαντική διαφορά στη συχνότητα ανίχνευσης του ιού ανάμεσα στις αδενοειδείς και τις
αμυγδαλοειδείς εκβλαστήσεις. Οι επιπτώσεις της παρουσίας του ιού HPV, παρά το γεγονός
της χαμηλής της συχνότητας, στις αμυγδαλοειδείς και αδενοειδείς εκβλαστήσεις στα παιδιά
απομένει να διευκρινισθεί. Περαίτερω έρευνα όσον αφορά τη λοίμωξη με τον ιό στα παιδία
θα μας βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τη φυσική ιστορία του ιού και τον πιθανό ρόλο του
στην ανάπτυξη καλοήθους υπερπλασίας των αδενοειδών και των αμυγδαλοειδών
εκβλαστήσεων στα παιδιά.
(EL)
Human Papilloma Viruses (HPVs) are small double-stranded DNA viruses, which
comprise a family of more than 130 genotypes. HPVs occur worldwide and induce a broad
spectrum of benign and malignant epithelial lesions in humans. Although HPV infection is
considered as a sexual transmitted infection, HPVs may also be transmitted by other nonsexual
routes including vertical transmission, autoinoculation and heteroinoculation, and,
possibly, indirect transmission via fomites. Recent studies suggest that perinatal infection and
autoinoculation or heteroinoculation may be much more likely than originally thought. It has
been found that vertical HPV transmission from HPV positive mothers to their infants results
in persistent infection in their first 3 years of life. Neonatal infections seem to be caused
predominantly by HPV types 16 and 18 in the genital area as well as in buccal cavity.
However, it is still unclear how frequently perinatal infections progress to clinical lesions.
HPVs can be classified into cutaneous or mucosal types according to their site of
infection. Cutaneous HPV types infect the squamous epithelium of the skin and produce
benign skin warts including common warts, plantar warts and flat warts. Mucosal HPV types
infect the mucous membranes of the cervix, the upper respiratory tract and esophagus and
have been considered as the principal etiologic factors of the development of cervical
intraepithelial neoplasia and cervical carcinoma. However, although the presence of ‘high
risk’ HPV types is proposed as a virtually necessary cause of primary epithelial cells
immortalization, in vitro experiments have shown that HPV infection alone is not sufficient
to engender a full tumorigenic conversion of cervical tissue. This is illustrated by the rare
occurrence of cancer compared with the wide distribution of HPV infection worldwide and
the long latency of HPV-induced cervical neoplasia. Additional environmental and genetic
factors, such as the activation of host cellular oncogenes are likely to be involved in the
persistence and progression of HPV infection to cervical cancer.
The family of ras oncogenes consists of three well-characterized genes, Harvey
(H)-ras, Kirsten(K)-ras and Neuroblastoma (N)-ras, genes that encode for a 21 kDa (p21)
protein with GTPase activity which participates in cellular signal transduction.
Overexpression of the ras oncogenes has also been suggested to play an important role in
carcinogenesis and has been implicated in several human cancers including breast, colon,
head and neck, bladder and lung. The purpose of this study was to evaluate the quantitative
and qualitative changes of expression of the ras family oncogenes in women with normal
cervix, with cervical intraepithelial neoplasia (CIN) and with cervical cancer and to
investigate their relationship with HPV infection. The expression of ras mRNA levels was
examined using reverse transcriptase polymerase chain reaction (RT-PCR). In addition, we
studied the incidence of point mutations in codon 12 of each ras gene using polymerase chain
reaction (PCR) and restriction fragment length polymorphism (RFLP) analysis. HPV
detection and typing was performed using PCR with general and specific primers. The
transcript levels for H-ras and N-ras were significantly higher in cancer cases compared to
normal cervical tissues and CIN lesions, while the transcript levels for K-ras were similar in
normal cervical tissue, CIN and cervical cancer. Among HPV positive patients, H-, K- and Nras
expression levels were higher in HPV 16/18-associated cases with cervical cancer.
Differences in ras mRNA expression between multiple HPV and single HPV infection were
also detected in patients with cervical cancer. Our findings indicate the expression pattern of
the three ras oncogenes in cervical tissue and the involvement of H- and N-ras upregulation
in the pathogenesis of cervical cancer. Our results support the hypothesis of a potential
interactive effect between high-risk’ HPV 16/18 and transcriptional activation of ras
oncogenes in cervical carcinogenesis. Further investigation is needed to determine the
influence of ras oncogenes activation on HPV persistence and progression.
We also determined the frequency of HPV infection in children with benign adenoid
or/and tonsillar hyperplasia. To date several researchers have evaluated the presence of HPV
DNA in children’s buccal cavity by studying oral swabs or washings of healthy children,
however data on HPV infection in biopsy specimens of tumor free oral mucosa are limited.
HPV DNA was detected using PCR with general primers and HPV typing was performed by
PCR by using specific primers. HPV DNA was detected in 9 (8.5%) of 106 specimens. HPV
16 was predominant, while HPV 11 was detected less frequently. The mean age of children
with HPV-positive specimens was lower than HPV-negative children. There was observed no
statistical important difference in the prevalence of HPV infection between adenoid and
tonsillar tissues. The consequences of the presence of HPV, although at low frequency, in
children’s tonsils and adenoids remain to be elucidated. Further research on oral HPV
infection in children will enable as to understand HPV natural history and its possible role in
the development of tonsillar and adenoid hyperplasia in children.
(EN)