Διερεύνηση των συναισθηματικών και κοινωνικών σχέσεων, καθώς και της γνωστικής ανάπτυξης υιοθετημένων παιδιών προεφηβικής ηλικίας

 
This item is provided by the institution :

Repository :
National Archive of PhD Theses
see the original item page
in the repository's web site and access all digital files if the item*
share



PhD thesis (EN)

2014 (EN)
The investigation of emotopnal and social relationships, and cognitive development of adopted children in early adolescence
Διερεύνηση των συναισθηματικών και κοινωνικών σχέσεων, καθώς και της γνωστικής ανάπτυξης υιοθετημένων παιδιών προεφηβικής ηλικίας

Ntouma, Maria
Ντούμα, Μαρία

The present study aimed to investigate the development and psychological adjustment of adopted adolescents who had experiences of institutional care in the onset of their life. In particular, the domains of development examined were: (a) the quality of attachment relationships with adoptive parents, (b) the feelings of loneliness and the quality of close friendships, (c) the psychosocial adjustment, according to adolescents themselves, their parents and teachers, (d) the cognitive development and school achievement, and (e) the global self-esteem and self-perceived competence in the domains of scholastic abilities and physical appearance. The second aim of the study was to examine the predictors of individual differences within the adopted group. The predictive variables used were the type of attachment to parents, the educational level of adoptive parents, the social class of adoptive family, the gender of the adoptees, and the age at placement. A total of 88 adolescents, aged 12 to 14 years old (mean = 13 years), participated in the study. The 52 adolescents were adoptees, who had spent the first two years of their life in Metera Babies Centre. The 36 adolescents, matched for age and sex with the adoptees, lived with their biological parents and comprised the comparison group. The adolescents were interviewed on their attachment relationships with their parents, were assessed on their cognitive development using a short form WISC-III, including two verbal and practical subscales, and they were asked to complete questionnaires which examined their feelings of loneliness, the quality of relationship with best friend, their psychological adjustment and their self-esteem. School achievement was assessed using the school grades given by the teachers in the basic courses of their class. In addition, mothers and teachers completed a questionnaire regarding adolescent’s problems of adjustment. The results showed that adopted and non-adopted adolescents did not differ in the type of attachment to parents, the feelings of loneliness, the quality of best friendships, the global self-esteem and the self-perceived competence regarding their scholastic abilities and physical appearance. Although adopted adolescents had lower scores on IQ and school achievement, compared to their non-adopted peers, their performance was still within the normal limits. According to teachers, adoptees showed adjustment problems in school environment, largely concerned hyperactivity and inattention. Adolescents who were adopted by parents with high social and educational status and adolescents who had secure attachment with their adoptive parents were more likely to have higher cognitive and academic outcomes, compared to adolescents who adopted by parents with low social and education status and to adolescents who had insecure attachments. In addition, adopted boys were more likely than adopted girls to show hyperactivity and inattention in school environment. Lastly, adolescents who adopted older than two years were more likely to have an insecure attachment with their adoptive parents compared to those who adopted younger than two years.
Η παρούσα έρευνα αποσκοπούσε στη μελέτη της ανάπτυξης και της ψυχικής προσαρμογής υιοθετημένων εφήβων με ιδρυματική εμπειρία στην αρχή της ζωής τους. Πιο συγκεκριμένα, οι τομείς της ανάπτυξης των υιοθετημένων εφήβων που διερευνήθηκαν ήταν οι εξής: (α) η ποιότητα του δεσμού με τους θετούς γονείς τους, (β) τα συναισθήματα μοναξιάς και η ποιότητα των στενών φιλικών τους σχέσεων, (γ) η ψυχοκοινωνική τους προσαρμογή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ίδιων των εφήβων, των γονέων και των καθηγητών τους, (δ) η γνωστική ανάπτυξη και η σχολική επίδοση, και (ε) η αυτοεκτίμηση και η αυτοαντίληψη σχετικά με τη σχολική ικανότητα και την εξωτερική τους εμφάνιση. Ο δεύτερος στόχος της έρευνας ήταν να εξετάσει τους παράγοντες που προβλέπουν τις ατομικές διαφορές μεταξύ των υιοθετημένων εφήβων. Οι παράγοντες πρόβλεψης που εξετάσθηκαν ήταν ο τύπος του δεσμού των εφήβων με τους γονείς τους, το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων και η κοινωνική τάξη της οικογένειας, το φύλο των εφήβων και η ηλικία κατά την υιοθεσία. Στην μελέτη συμμετείχαν συνολικά 88 έφηβοι ηλικίας 12.2 έως 13.8 ετών (μέσος όρος ηλικίας = 13 έτη). Οι 52 έφηβοι ήταν υιοθετημένοι και είχαν ζήσει τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους στο Κέντρο Βρεφών «Η Μητέρα». Οι 36 έφηβοι, αντίστοιχης ηλικίας και φύλου με τους υιοθετημένους εφήβους, ζούσαν στις βιολογικές τους οικογένειές και αποτέλεσαν την ομάδα σύγκρισης. Στους εφήβους χορηγήθηκε μια συνέντευξη αξιολόγησης του τύπου του δεσμού με τους γονείς, μια σύντομη μορφή του WISC-III, η οποία περιλάμβανε δύο λεκτικές και δύο πρακτικές υπο-κλίμακες, και τους ζητήθηκε να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια που διερεύνησαν τα συναισθήματα μοναξιάς, τη στενή φιλική σχέση, τη ψυχοκοινωνική προσαρμογή και την αυτοεκτίμησή τους. Η αξιολόγηση της σχολικής επίδοσης των εφήβων έγινε υπολογίζοντας το μέσο όρο των βαθμών σε βασικά μαθήματα της τάξης. Επιπλέον, οι μητέρες και οι καθηγητές συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο για την αξιολόγηση των προβλημάτων προσαρμογής των εφήβων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι υιοθετημένοι και οι μη υιοθετημένοι έφηβοι δεν διέφεραν ως προς τον τύπο του δεσμού με τους γονείς, τα συναισθήματα μοναξιάς, την ποιότητα της στενής φιλικής σχέσης και την αυτοεκτίμηση και αυτοαντίληψη. Μολονότι οι υιοθετημένοι είχαν χαμηλότερη νοημοσύνη και σχολική επίδοση, σε σύγκριση με τους μη υιοθετημένους συνομηλίκους τους, οι επιδόσεις τους παρέμεναν εντός των μέσων φυσιολογικών ορίων. Σύμφωνα με τους καθηγητές, οι υιοθετημένοι έφηβοι εμφάνιζαν, σε μεγαλύτερο βαθμό, υπερκινητικότητα και διάσπαση της συγκέντρωσης της προσοχής στο σχολείο. Οι υιοθετημένοι έφηβοι που υιοθετήθηκαν από γονείς με υψηλό κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο και οι έφηβοι που είχαν ασφαλή δεσμό με τους γονείς τους ήταν πιο πιθανόν να έχουν υψηλότερες γνωστικές και σχολικές επιδόσεις, σε σύγκριση με τους υιοθετημένους εφήβους που είχαν γονείς με χαμηλό κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο και με τους εφήβους που είχαν ανασφαλή δεσμό αντιστοίχως. Επίσης, τα υιοθετημένα αγόρια ήταν πιο πιθανόν να εμφανίσουν δυσκολίες υπερκινητικότητας και διάσπασης της προσοχής στο σχολείο, συγκρινόμενοι με τα υιοθετημένα κορίτσια. Τέλος, οι έφηβοι που υιοθετήθηκαν μετά την ηλικία των δύο ετών ήταν πιο πιθανόν να συνάψουν ανασφαλή δεσμό με τους γονείς τους, σε σύγκριση με τους εφήβους που υιοθετήθηκαν πριν την ηλικία των δύο ετών.

Experiences of institutional care
Γνωστική ανάπτυξη
Ιδρυματική εμπειρία
Adopted adolescents
Socio-emotional development
Κοινωνικο-συναισθηματική ανάπτυξη
Cognitive development
Υιοθετημένοι έφηβοι

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) (EL)
National Documentation Centre (EKT) (EN)

Greek

2014


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)
Aristotle University Of Thessaloniki (AUTH)



*Institutions are responsible for keeping their URLs functional (digital file, item page in repository site)