Εισαγωγή: Μία από τις πιο συχνές και σοβαρές επιπλοκές του σακχαρώδους διαβήτη είναι η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Μπορεί να εκδηλωθεί με τη μορφή του διαβητικού οιδήματος της ωχράς κηλίδας (ΔΟΩ), το οποίο δύναται να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, ιδιαίτερα όμως στον μη παραγωγικό τύπο και στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και είναι η σημαντικότερη αιτία μείωσης της οπτικής οξύτητας των διαβητικών ασθενών. Οι κύριοι τρόποι αντιμετώπισης του ΔΟΩ περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων την ενδουαλοειδική έγχυση των αντιαγγειογενετικών παραγόντων με το ranibizumab να αποτελεί τον πιο διαδεδομένο. Σκοπός: Η παρούσα εργασία περιλαμβάνει την αναδρομική μελέτη ασθενών με διαβητικό οίδημα ωχράς στους οποίους χορηγήθηκε ο αντιαγγειογεννετικός παράγοντας Ranibizumab 0,5mg με την εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων Treat And Extend και Pro Re Nata. Κύριος στόχος της παρούσας μελέτης είναι να διαπιστωθεί η μη κατωτερότητα του T&E θεραπευτικού πρωτοκόλλου όσον αφορά τη μέγιστη διορθούμενη οπτική οξύτητα συγκριτικά με το PRN πρωτόκολλο στο διαβητικό οίδημα ωχράς. Δευτερεύοντες στόχοι αποτελούν η διερεύνηση του κεντρικού πάχους του αμφιβληστροειδούς στο τέλος του χρόνου παρακολούθησης. Επιπλέον θα γίνει συσχέτιση του κεντρικού πάχους με την οπτική οξύτητα στις δύο ομάδες στο τέλος του χρόνου παρακολούθησης των θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Θα καταγραφεί ο μέσος αριθμός ενέσεων καθώς και ο μέσος αριθμός επισκέψεων στο ιατρείο για επανεκτίμηση στις δύο ομάδες .Τέλος, θα υπολογιστεί το μέσο χρονικό διάστημα ελεύθερου αντιαγγειογεννετικής θεραπείας στην ομάδα Τ&Ε. Υλικό και μέθοδος: Η παρούσα μελέτη είναι αναδρομική, συγκριτική και πραγματοποιήθηκε στο τμήμα βυθού του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Αθηνών <<Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμιγκ>>. Η ομάδα T&E περιλάμβανε δέκα οχτώ διαβητικούς ασθενείς με διαβητικό οίδημα ωχράς σε ένα τουλάχιστο οφθαλμό στους οποίους χορηγήθηκε με τη μορφή ενδουαλοειδικών ενέσεων ο αντιαγγειογενετικός παράγοντας ranibizumab σε δοσολογία 0,5 mg. Η δεύτερη ομάδα -ομάδα ελέγχου /αναφοράς- περιλάμβανε είκοσι ασθενείς με την αντίστοιχη επιπλοκή , οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με την ίδια δοσολογία του παράγοντα ranibizumab, υπό το PRN θεραπευτικό πρωτόκολλο. Η εξέταση των συμμετεχόντων πραγματοποιούνταν τόσο πριν όσο και μετά την εφαρμογή των ενδουαλοειδικών εγχύσεων για να ανιχνευθούν τυχόν αλλαγές και περιελάμβανε τα εξής: 1)Λεπτομερής λήψη ατομικού και οικογενειακού ιστορικού. 2)Επισκόπηση του οφθαλμού και των εξαρτημάτων του. 3)Μέτρηση καλύτερα διορθούμενης οπτικής οξύτητας με οπτότυπο Snellen .4)Εξέταση προσθίου ημιμορίου με σχισμοειδή λυχνία. 5)Μέτρηση ενδοφθάλμιας πίεσης με τονόμετρο επιπέδωσης Goldman. 6)Βυθοσκόπηση. 7)Καταγραφή του κεντρικού πάχους του αμφιβληστροειδούς με οπτική τομογραφία συνοχής OCT iVue - Optovue της Minopta. Η επεξεργασία των δεδομένων διενεργήθηκε με το στατιστικό πρόγραμμα SPSS (Statistical Package for Social Sciences). Το επίπεδο σημαντικότητας p, ορίστηκε στο 0,01. Αποτελέσματα: Η κωδικοποίηση των ευρημάτων της στατιστικής ανάλυσης των δεδομένων των θεραπευτικών πρωτοκόλλων PRN και T&E οδήγησε στο ότι οι βασικοί περιγραφικοί δείκτες θέσης δηλαδή ο μέσος όρος (mean) και η διάμεσος (median) έχουν πολύ μικρές έως ανύπαρκτες διαφορές ως προς τις τιμές τους για κάθε παράμετρο των 2 δειγμάτων, με μοναδική εξαίρεση το μέσο όρο και τη διάμεσο για την παράμετρο του θεραπευτικού πρωτοκόλλου PRN CRT1, κάτι που αποδεικνύεται από την ύπαρξη 4 ακραίων τιμών (άνω του 700). Τα αποτελέσματα των παραμετρικών και μη παραμετρικών ελέγχων υποθέσεων που διενεργήθηκαν για τις μεταβλητές είναι τα ακόλουθα:1)Η μέση τιμή της οπτικής οξύτητας μετά την εφαρμογή των πρωτοκόλλων T&E 0.62 (±0.23) και PRN 0.54 (±0.27) παρουσιάζει στατιστικά σημαντική διαφορά [(T&E_VA1/T&E_VA2) p=0.000 ενώ (PRN_VA1/PRN_VA2) p=0.000] σε σύγκριση με την μέση τιμή της αρχικής οπτικής οξύτητας [T&E 0.38 (±0.21) και PRN 0.35 (±0.19) ] .2)Η μέση τιμή του κεντρικού πάχους του αμφιβληστροειδούς μετά την εφαρμογή των πρωτοκόλλων T&E [272μm (±67.34)] και PRN [343,^m (±105.02)] παρουσιάζει στατιστικά σημαντική διαφορά [(T&E_CRT1/T&E_CRT2) p=0.000 ενώ (PRN_CRT1/PRN_CRT2) p=0.000] σε σύγκριση με την μέση τιμή του αρχικού πάχους του αμφιβληστροειδούς [T&E 434^m (±105.96) και PRN 512^m (±177.71) ] .3)Όσον αφορά τον μέσο αριθμό ενέσεων [ T&E 16 ( ±5.31) PRN 13.47 (±5.18), p=0.15 ], τον μέσο αριθμό επισκέψεων [ T&E 16 (±5.31) PRN 17.47 (±7), p=0.47 ] και τη μέση διάρκεια θεραπείας [T&E 2.07 (± 0.78) PRN 2.03 (±0.81), p=0.88 ] μεταξύ των δύο θεραπευτικών πρωτοκόλλων δε παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά.4)Η τελική μέση οπτική οξύτητα και το τελικό μέσο κεντρικό πάχος του αμφιβληστροειδούς του πρωτοκόλλου T&E δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική διαφορά σε σύγκριση με την τελική μέση οπτική οξύτηταφ^^) και το τελικό μέσο κεντρικό πάχοςφ=0.02) του αμφιβληστροειδούς του πρωτοκόλλου PRN. Συμπεράσματα: Συμπεραίνεται ότι το δείγμα των ασθενών που ακολούθησε το πρωτόκολλο T&E σχεδόν για το ίδιο χρονικό διάστημα παρουσίασε καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα ως προς την αύξηση της οπτικής οξύτητας και τη μείωση τους πάχους του αμφιβληστροειδούς, με λιγότερες επισκέψεις και περισσότερες ενέσεις , σε σχέση με το δείγμα των ασθενών που ακολούθησε το πρωτόκολλο PRN, χωρίς αυτό να επιβεβαιώνεται με στατιστικά σημαντική διαφορά.
Introduction: One of the most common complications of Diabetes Mellitus is the diabetic retinopathy. The most common cause of permanent vision loss in working-age adults is Diabetic Macula Oedema (DMO). DMO occurs at any stage of diabetic retinopathy but mostly in the non-proliferative and type 2 Diabetes Mellitus. Ranibizumab is a monoclonal anti-VEGF antibody fragment and the most widely used factor in DMO. Purpose: This Msc Thesis presents the results of a retrospective case-control study of two groups of patients with DMO. Both groups will receive intravitreal injections of ranibizumab 0.5mg. The first group includes patients with the therapeutic protocol of Treat And Extend (T&E) while the second one includes patients with the Pro Re Nata (PRN) protocol of treatment. The main purpose of the study is to demonstrate the non-inferiority of the ranibizumab T&E protocol to the PRN protocol for best-corrected visual acuity in patients with DMO. Secondaries purposes are to investigate the mean central thickness of the retina and to correlate with the mean visual acuity of two groups at the end of treatment with each therapeutic protocol. To compare the mean number of the injections of the two groups and the mean number of the clinic visits. Finally, the average treatment intervals which the patients were not receiving ranibizumab. Material and Methods: The T&E group consisted of eighteen diabetic patients with at least one eye affected by DMO who received intravitreal injections of ranibizumab 0.5 mg. The second group (control group) was consisted of twenty patients with the same complication as above who also received the same treatment as the test group but following the PRN protocol. The examination of the participants was carried out before and after the intravitreal injections to identify any potential changes. The examination included: 1) a comprehensive personal and medical family history, 2) measurement of the best corrected visual acuity with the use of the Snellen chart, 3) examination of the anterior segment with slit lamp, 4) measurement of the intra-occular pressure with the Goldman tonometer, 5) Fundoscopy, 6) measurement of the central thickness of the retina with OCT iVue- Optovue by Minopta. The statisticalnalysis was performed using the statistical Package SPSS (Statistical Package for Social Sciences). The level of statistical significance p was set at 0.01.Results: The statistical analysis of the data from the two therapeutic protocols (PRN and T&E) showed that there was no difference between the mean and median of the two groups for each parameter of the two samples. The only exemption was the mean and median for the therapeutic protocol PRN CRT1, which is shown by the existence of outliers (above 700). The results of the parametric and non-parametric tests which were conducted are the following: 1) the difference between the mean value of the visual acuity after the application of the T&E [0.62 (±0.23)]and PRN [0.54 (±0.27)] protocols and the initial visual acuity value of the T&E [0.38 (±0.21) ]and PRN [0.35 (±0.19)] was found statistically significant [(T&E_VA1/T&E_VA2) p=0.000 while (PRN_VA1/PRN_VA2) p=0.000]. 2) Similarly, the difference between the mean value of the central retina thickness after the application of the T&E 272μm (±67.34) and PRN 343,^m (±105.02) protocols and the initial central retina thickness of the T&E 434.3μm (±105.96) and PRN 512^m (±177.71) was found also statistically significant [(T&E_CRT1/T&E_CRT2) p=0.000 while (PRN_CRT1/PRN_CRT2) p=0.000]. 3) However, no statistical significant difference was found between the two therapeutic protocols as regards to the mean number of injections [ T&E 16 ( ±5.31) PRN 13.47 (±5.18), p=0.15 ], the mean number of visits [ T&E 16 (±5.31) PRN 17.47 (±7), p=0.47 ] and the mean duration of treatment [T&E 2.07 (± 0.78) PRN 2.03 (±0.81), p=0.88]. 4) Finally, the difference between the final post-treatment mean visual acuity (p=0.3) and retina thickness(p=0.02) after following the two different protocols (T&E and PRN) were not found to be statistically significant. Conclusions: The results of this study concluded that the therapeutic outcomes (increase in visual acuity and reduction in the retina thickness) during a similar follow-up period were more favorable after following the T&E protocol versus the PRN protocol. Also, the number of visits in the T&E group was less, but the patients received more injection in the latter group compared to the PRN group. However, the above differences did not reach statistical significance.
84 σ.
Βιβλιογραφία : σ.83-84