Οι κλασσικές φυσικοχηµικές µέθοδοι αντιµετώπισης της ρύπανσης του νερού και του αέρα, όπως η καθίζηση, η διήθηση, η προσρόφηση π.χ. σε ενεργό άνθρακα, κ.τ.λ. από
µόνες τους δεν κρίνονται ικανοποιητικές, διότι κατά µεγάλο µέρος κάνουν απλά µεταφορά του προβλήµατος από την µία φάση στην άλλη. Ειδικά στην περίπτωση του πόσιµου νερού η χρήση αυτών µόνο των µεθόδων κρίνεται ως πλήρως ανεπαρκής. Αλλά
και οι βιολογικές µέθοδοι επεξεργασίας, οι οποίες βρίσκουν µεγάλη εφαρµογή σήµερα, σε πολλές περιπτώσεις κρίνονται από µόνες τους ως αναποτελεσµατικές και αντιοικονοµικές, λόγω της παρουσίας πολύπλοκων µορίων που δεν βιοαποικοδοµούνται
ή αποικοδοµούνται πολύ δύσκολα (π.χ. τασενεργές ουσίες, χρωστικές κ.α.). Επιπλέον αδυνατούν να επιλύσουν προβλήµατα επεξεργασίας λυµάτων, τα οποία περιέχουν τοξικές ουσίες (π.χ. φυτοφάρµακα, χρωστικές, κ.τ.λ.). Η πλήρης καταστροφή (οξείδωση) των πιο επικίνδυνων οργανικών ενώσεων, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για την ισορροπία των οικοσυστηµάτων, µπορεί να επιτευχθεί µε την χρήση χηµικών µεθόδων οξείδωσης που µετατρέπουν τις ενώσεις αυτές σε πλέον ακίνδυνες µορφές (COΟ,ανόργανες ουσίες) ή σε οργανικά µόρια µικρότερου µοριακού βάρους, τα οποία µπορούν
κατόπιν να βιοαποικοδοµηθούν ευκολότερα.