Στο σύγχρονο 21οαιώνα, είναι δεδομένη η υιοθέτηση των αρχών της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας, από το σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο, ως ένα εργαλείο βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της επιχείρησης, της δημιουργίας ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και της αύξησης της κερδοφορίας. Οι σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, παρόλο που δεν μπορούν να θεωρηθούν επιχειρήσεις, με τη στενή έννοια του όρου, αφού ούτε ως στόχο τα κέρδη έχουν, ούτε λειτουργούν με γνώμονα τον ανταγωνισμό για τη δημιουργία οικονομικού πλεονεκτήματος, παρόλα αυτά, μπορούν σύμφωνα με τις αρχές του σύγχρονου μάνατζμεντ, να υιοθετήσουν την εφαρμογή της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας, σε όλο το φάσμα της λειτουργίας τους.
Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως η προσπάθεια που καταβάλλουν τα όργανα διοίκησης της σχολικής μονάδας, στηρίζεται στη συνεργασία, στη δημιουργία θετικού κλίματος ανταλλαγής απόψεων και ιδεών και στη βελτίωση της ποιότητας του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου, με «πελάτες» τους μαθητές και τους γονείς τους. Υπό την έννοια αυτή, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως η συμμετοχή όλου του έμψυχου υλικού της σχολικής μονάδας, με την ορθολογική χρήση και εκμετάλλευση του υλικού και της τεχνολογίας, μπορεί να οδηγήσει στην παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης, στα πρότυπα των αρχών της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας, αναβαθμίζοντας το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Γι αυτό το λόγο, κρίνεται απαραίτητη στην παρούσα ερευνητική προσπάθεια, η αποτύπωση των απόψεων και του τρόπου λειτουργίας των εκπαιδευτικών, κάθε εκπαιδευτικής μονάδας πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Δυτική Μακεδονία, για την αξιολόγηση ετοιμότητας υιοθέτησης και εφαρμογής της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας.
Η επιστημονική αυτή καταγραφή, επιλέχθηκε να γίνει με τη σύνταξη, τη διανομή, τη συμπλήρωση και την ανάλυση ενός ερωτηματολογίου, από ένα δείγμα 200 έως 250 εκπαιδευτικών, που ανήκουν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και υπηρετούν σε δημοτικά σχολεία, στις περιφερειακές ενότητες των Γρεβενών, Καστοριάς, Κοζάνης και Φλώρινας, κατά τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου 2017 έως και Ιανουαρίου του έτους 2018. Η ομάδα στόχος κατανέμεται ισομερώς (50-70 εκπαιδευτικοί ανά περιφερειακή ενότητα) και τα πορίσματα αυτής της εμπειρικής έρευνας, παρουσιάζονται στη συνέχεια, ύστερα από πολλαπλές συσχετίσεις και αναλύσεις, επαληθεύοντας τις ερευνητικές υποθέσεις.