Στη σύγχρονη κοινωνία, της παγκοσμιοποίησης, της τεχνολογίας, της πληροφορίας και της οικουμενικότητας, ο ρόλος του σχολείου είναι σαφώς διαφοροποιημένος σε σύγκριση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Δεν αποτελεί πια φορέα γνώσης και μάθησης, αλλά πεδίο κοινωνικοποίησης και προετοιμασίας των παιδιών και των εφήβων για τη μετέπειτα πορεία τους ως πολίτες. Οι διαρκείς αλλαγές που συντελούνται σε κάθε επίπεδο της καθημερινότητας του ανθρώπου, δεν τον αφήνουν ανεπηρέαστο, και ιδίως όταν αυτός βρίσκεται σε ευαίσθητη ηλικία και ψυχοσυναισθηματική κατάσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, το σχολείο καλείται να λειτουργεί υποστηρικτικά στα παιδιά και τους εφήβους που έρχονται αντιμέτωποι με στρεσογόνες συνθήκες και εμφανίζουν προβληματικές συμπεριφορές, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ομαλή τους ανάπτυξη και ένταξή τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Το σχολείο συμβάλλει αποτελεσματικά σε αυτό, εφόσον λαμβάνεται υπόψη από τους ιθύνοντες η συμβουλευτική διάσταση της λειτουργίας του και εφόσον συνειδητοποιηθεί ότι το εκπαιδευτικό λειτούργημα βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τη Συμβουλευτική.
Σκοπός του παρόντος πονήματος είναι να διερευνηθεί το αν και το κατά πόσο αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί τη συμβουλευτική διάσταση του λειτουργήματός τους, και το πόσο διατεθειμένοι είναι να αναλάβουν να διεκπεραιώσουν αυτόν τον ρόλο στην εκπαιδευτική πραγματικότητα του σχολείου. Η παρούσα ερευνητική μελέτη, δεν εστιάζει στις περιπτώσεις των εκπαιδευτικών που είναι εξειδικευμένοι στη συμβουλευτική, δηλαδή που είναι πιστοποιημένοι βάσει σπουδών και επαγγέλματος να ενεργούν ως σχολικοί σύμβουλοι, αλλά στο σύνολο των εκπαιδευτικών που απασχολούνται σε σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μέσω της ερευνητικής μελέτης γίνεται μια προσπάθεια να χαρτογραφηθούν οι στάσεις, οι απόψεις και οι αντιλήψεις των ίδιων των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την αναγκαιότητα ύπαρξης του θεσμού της σχολικής συμβουλευτικής.
Για την υλοποίηση της έρευνας χρησιμοποιήθηκε το ερευνητικό εργαλείο του ερωτηματολογίου και έγινε ποσοτική μέτρηση. Αφού λήφθηκαν υπόψη οι μεταβλητές ηλικία, φύλο, ειδικότητα, σπουδές και προϋπηρεσία, εξετάστηκαν οι απόψεις εκατό συμμετεχόντων εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Δωδεκανήσων και Κρήτης. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την έρευνα κρίνονται ιδιαιτέρως σημαντικά για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά στην παρούσα προβληματική. Συγκεκριμένα, καταδείχθηκε ότι οι εκπαιδευτικοί, αν και αναγνωρίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό τον συμβουλευτικό τους ρόλο, αδυνατούν να τον ασκήσουν είτε λόγω της προσήλωσης στις υποδείξεις των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών και στη διδακτέα ύλη, είτε λόγω ειδικής κατάρτισης και επιμόρφωσης σε θέματα σχολικής συμβουλευτικής, είτε λόγω έλλειψης χρόνου.