In this BA thesis an initial examination of the semantic change of the verb μπορώ [bo.’ro]
(‘can’, ‘may’) is attempted in the light of Cognitive Linguistics. Semantic change, as it is called,
is the projection or expansion of a prototype meaning, which in the case of the verb is related
closely to the embodied meaning of FORCE. During the change process, it is observed that the
prior chronologically meanings of the verb, as they are evidenced from the texts, are not lost,
but now they are all part of the meaning of the modal verb rendering it in this way, a
polysemous lexical item. The resulting meanings are modal, i.e. those that modify the meaning
of the main verb of a sentence introducing the concepts of possibility, probability, permission
etc. In order to be examined the process of change, empirical data are used from the
diachrony of the Greek language that reaches up to 9th century. Firstly, the way in which the
modal meanings of the verb are synthesized and expressed with negative particles is
presented. The status of the negative particles seems to be characteristic for each of the
modal meanings of the verb μπορώ. Then, the contribution of the morphosyntactically
codified verb meaning is recognized during the semantic change of the modal verb. The
prototypical meaning of the modal, which is identified with the dynamic modal meaning,
recalls during its use an image schema, that of FORCE. This image schema emerges in its two
manifestations, in particular that of BLOCAGE (of force) and that of REMOVAL OF RESTRAINT (by force).
These two image schemas are responsible for understanding the concepts of possibility and
ability of the verb μπορώ, the latter resulting from the first. The mechanisms responsible for
the semantic expansion or projection of the prototypical meaning are the cognitive
mechanisms of metonymy and metaphor, which are two central ways in which semantic
change works, affected by the use and generally the context as supported. Both metaphor
and metonymy operate on the basis of encyclopedically organized knowledge, that is
knowledge which is not strictly delimited as it is formed and changes through experience.
Finally, a possible path of the semantic expansion of the modal verb is presented, as the latter
is identified as such in the 9th century.
(EL)
Στην εργασία αυτή επιχειρείται μια αρχική εξέταση της σημασιολογικής μεταβολής του ρήματος μπορώ, υπό το πρίσμα της Γνωστικής Γλωσσολογίας. Ως σημασιολογική μεταβολή εννοείται η επέκταση της πρωτοτυπικής σημασίας του ρήματος, η οποία συνδέεται στενά με την ενσώματη έννοια της δύναμης. Κατά την μεταβολή, παρατηρείται πως οι πρότερες χρονικά σημασίες δεν χάνονται, αλλά πλέον αποτελούν όλες μέρος της σημασίας του τροπικού ρήματος, καθιστώντας το με αυτόν τον τρόπο ένα πολύσημο λεξικό στοιχείο. Οι σημασίες που προκύπτουν είναι οι τροπικές σημασίες, δηλαδή αυτές που τροποποιούν την σημασία του κύριου ρήματος μιας πρότασης, εισάγοντας τις έννοιες της δυνατότητας, της πιθανότητας, της άδειας κτλ. Για να μελετηθεί η πορεία της αλλαγής, γίνεται χρήση εμπειρικών δεδομένων από την διαχρονία της ελληνικής γλώσσας που φτάνει έως τον 9ο αιώνα, ενώ αναδεικνύονται οι συσχετισμοί με το παρόν. Αρχικά παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι τροπικές σημασίες του ρήματος συντίθενται και εκφράζονται με τα αρνητικά μόρια. Η θέση των αρνητικών μορίων καθώς και η ιδιαίτερη μορφή τους φαίνεται πως είναι χαρακτηριστική για κάθε μια τροπική σημασία. Έπειτα αναγνωρίζεται η συμβολή της μορφοσυντακτικά κωδικοποιημένης ρηματικής σημασίας κατά την σημασιολογική μεταβολή του ρήματος. Ως πρωτοτυπική σημασία αναγνωρίζεται η δυναμική τροπική σημασία, η οποία είναι αυτή που ανακαλεί κατά τη χρήση της ένα εικονιστικό σχήμα, αυτό της ΔΥΝΑΜΗΣ, στις δύο του εκφάνσεις ή πραγματώσεις, και συγκεκριμένα αυτήν της ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ (της δύναμης) και αυτήν της ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΔΙΟΥ (διαμέσου της δύναμης). Τα εικονιστικά αυτά σχήματα είναι υπεύθυνα για την κατανόηση των εννοιών της δυνατότητας και της ικανότητας που προκύπτει από την δυνατότητα. Οι μηχανισμοί που είναι υπεύθυνοι για την επέκταση της πρωτοτυπικής σημασίας, είναι οι γνωστικοί μηχανισμοί της μεταφοράς και της μετωνυμίας, που αποτελούν δύο βασικούς τρόπους με τους οποίους προκύπτει η σημασιολογική μεταβολή, επηρεαζόμενοι από το περιβάλλον χρήσης και γενικά το περικείμενο όπως υποστηρίζεται. Τόσο η μεταφορά όσο και η μετωνυμία λειτουργούν επί τη βάση της εγκυκλοπαιδικά οργανωμένης γνώσης, δηλαδή της γνώσης που δεν οριοθετείται αυστηρά καθώς διαμορφώνεται και μεταβάλλεται συνεχώς από την εμπειρία. Τέλος, παρουσιάζεται μια πιθανή πορεία της σημασιολογικής επέκτασης που υφίσταται η πρωτοτυπική σημασία του ρήματος, όπως η τελευταία ταυτοποιείται ως τέτοια τον 9ο αιώνα.
(EL)