Η αναγκαστική εκτέλεση, ως δικονομικός θεσμός, έχει προσλάβει ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, λόγω των εξελίξεων που γνώρισε ο σύγχρονος κόσμος στον οικονομικό τομέα. Σε αντίθεση με την προ οικονομικής κρίσης κρατούσα κατάσταση, οπότε η εκτελεστική διαδικασία εφαρμοζόταν όλως εξαιρετικά, πλέον διαπιστώνεται ότι έχει μετουσιωθεί σε ένα φυσιολογικό επακόλουθο της εποχής μας, υπηρετώντας τη νέα οικονομική πραγματικότητα. Η συχνά, αντικειμενική, πλέον δυσπραγία του εκάστοτε οφειλέτη να ανταποκριθεί στις ειλημμένες οικονομικές του υποχρεώσεις, οδηγεί στην ανάγκη ικανοποίησης της απαίτησης του εκάστοτε δανειστή δια μέσου της συνδρομής των αρμόδιων κρατικών οργάνων.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι, οι δικονομικοί μηχανισμοί της έννομης τάξης για την οριστική εκκαθάριση των εννόμων σχέσεων, αποτελούν αναπόσπαστη πτυχή του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας (20 Σ). Εκτός από την ανακοπή κατά της εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ), που προορίζεται για την άμυνα του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της εκτελεστικής διαδικασίας, ο νομοθέτης προέβλεψε την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών (979 ΚΠολΔ) και την ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου (986 ΚΠολΔ). Όμοιο πυρήνα των τριών αυτών ενδίκων βοηθημάτων, αποτελεί ουσιαστικά η κοινή τους «καταγωγή», αφού οι καταβολές τους ανάγονται στο γενικής μορφής ένδικο βοήθημα της ανακοπής του 583 ΚΠολΔ. Η κοινή καταγωγή ωστόσο, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ούτε όμοια νομική φύση, ούτε ταυτότητα προβαλλόμενων λόγων (ιστορική βάση), αλλά ούτε και ίδιο επιδιωκόμενο σκοπό (αίτημα). Είναι, συνεπώς, αναμφισβήτητη η χρησιμότητα της ταυτόχρονης και συγκριτικής προσέγγισης και αντιπαραβολής της ρυθμιστικής εμβέλειας των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων, ώστε να αποσαφηνιστεί η διάσταση της νομικής φύσεως καθ’ ενός εξ αυτών και εν συνεχεία να αποκρυσταλλωθούν οι, σε κάθε κατηγορία ανακοπής, δυνάμενοι να προβληθούν λόγοι καθώς κα οι προϋποθέσεις της παραδεκτής επικλήσεώς τους.
(EL)
Η αναγκαστική εκτέλεση, ως δικονομικός θεσμός, έχει προσλάβει ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, λόγω των εξελίξεων που γνώρισε ο σύγχρονος κόσμος στον οικονομικό τομέα. Σε αντίθεση με την προ οικονομικής κρίσης κρατούσα κατάσταση, οπότε η εκτελεστική διαδικασία εφαρμοζόταν όλως εξαιρετικά, πλέον διαπιστώνεται ότι έχει μετουσιωθεί σε ένα φυσιολογικό επακόλουθο της εποχής μας, υπηρετώντας τη νέα οικονομική πραγματικότητα. Η συχνά, αντικειμενική, πλέον δυσπραγία του εκάστοτε οφειλέτη να ανταποκριθεί στις ειλημμένες οικονομικές του υποχρεώσεις, οδηγεί στην ανάγκη ικανοποίησης της απαίτησης του εκάστοτε δανειστή δια μέσου της συνδρομής των αρμόδιων κρατικών οργάνων.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι, οι δικονομικοί μηχανισμοί της έννομης τάξης για την οριστική εκκαθάριση των εννόμων σχέσεων, αποτελούν αναπόσπαστη πτυχή του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας (20 Σ). Εκτός από την ανακοπή κατά της εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ), που προορίζεται για την άμυνα του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της εκτελεστικής διαδικασίας, ο νομοθέτης προέβλεψε την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών (979 ΚΠολΔ) και την ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου (986 ΚΠολΔ). Όμοιο πυρήνα των τριών αυτών ενδίκων βοηθημάτων, αποτελεί ουσιαστικά η κοινή τους «καταγωγή», αφού οι καταβολές τους ανάγονται στο γενικής μορφής ένδικο βοήθημα της ανακοπής του 583 ΚΠολΔ. Η κοινή καταγωγή ωστόσο, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ούτε όμοια νομική φύση, ούτε ταυτότητα προβαλλόμενων λόγων (ιστορική βάση), αλλά ούτε και ίδιο επιδιωκόμενο σκοπό (αίτημα). Είναι, συνεπώς, αναμφισβήτητη η χρησιμότητα της ταυτόχρονης και συγκριτικής προσέγγισης και αντιπαραβολής της ρυθμιστικής εμβέλειας των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων, ώστε να αποσαφηνιστεί η διάσταση της νομικής φύσεως καθ’ ενός εξ αυτών και εν συνεχεία να αποκρυσταλλωθούν οι, σε κάθε κατηγορία ανακοπής, δυνάμενοι να προβληθούν λόγοι καθώς κα οι προϋποθέσεις της παραδεκτής επικλήσεώς τους.
(EN)