Στην παρούσα εργασία επιχείρησα να προσεγγίσω αναστοχαστικά το κληρονομικό δικαίωμα. Με τον όρο κληρονομικό δικαίωμα αναφέρομαι τόσο στο δικαίωμα του διαθέτη να ορίσει κληρονόμους στην περιουσία που είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του, όσο και στο δικαίωμα των κληρονόμων -ιδίως των συγγενών- να διαδεχθούν τον νεκρό στην περιουσία του. Με αυτό δεν εννοώ κάτι διαφορετικό από τα ζητήματα μη διανεμητικής και διανεμητικής δικαιοσύνης που ανακύπτουν από την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος.
Ξεκίνησα με την προσέγγιση και την κριτική αποτίμηση των παραδεδομένων αρχών του κληρονομικού δικαίου, όπως αυτές μπορούν να ανευρεθούν στον ελληνικό αστικό κώδικα και στην σχετική βιβλιογραφία. Προχώρησα σε μία εξέταση της βασικής παραδοχής επί της οποίας βασίζεται το κληρονομικό δικαίωμα από την πλευρά του διαθέτη, ότι δηλαδή το δικαίωμα του να ορίζει την τύχη της περιουσίας που είχε ως πρόσωπο – εν ζωή- μετά τον θάνατο του εμπεριέχεται αναγκαστικά στο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας, πράγμα το οποίο επιχειρηματολόγησα πώς υπάρχουν λόγοι, ώστε να μην θεωρηθεί ορθό και αληθές. Στο σημείο αυτό επιχείρησα να καταδείξω ότι υιοθετώντας ακόμα και τις πλέον ελευθεριακές (libertarian) παραδοχές, υποστηρικτικές της ιδιοκτησίας, ο μη σεβασμός στην βούληση του νεκρού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι του παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, γιατί κάτι τέτοιο δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συνεπώς με βάση τις παραδοχές των θεωριών αυτών. Όσον αφορά στα δικαιώματα των εν ζωή συγγενών του νεκρού – διαθέτη να τον διαδεχθούν στην περιουσία του, πιστεύω ότι η τουλάχιστον σε επίπεδο ελληνικού δικαίου και βιβλιογραφίας θεμελίωση στην προστασία της οικογένειας στερείται επιχειρηματολογικής και κανονιστικής πυκνότητας. Όσον αφορά τον επιζώντα σύζυγο το ίδιο το δίκαιο με την παρούσα μορφή του έχει δώσει μία εξαιρετικά επιτυχή λύση, η οποία αντλεί από αρχές μη διανεμητικής δικαιοσύνης: Ο επιζών σύζυγος καλείται αρχικώς ως δανειστής της κληρονομίας με την αξίωση της συμμετοχής στα αποκτήματα. Αυτή η αξίωση από κοινού με μία ευρύτερη αξίωση διατροφής η οποία μπορεί να θεωρηθεί καλά θεμελιωμένη στο πλαίσιο των οικογενειακού δικαίου σχέσεων θεωρώ ότι είναι η αρτιότερη θεμελίωση τόσο για τον επιζώντα σύζυγο, όσο και για τα τέκνα του αποθανόντος ενός δικαιώματός τους επί της περιουσίας.
Η ορθή επομένως προσέγγιση από άποψη των αρχών μη διανεμητικής δικαιοσύνης, όσον αφορά το δικαίωμα των συγγενών στην σχολάζουσα περιουσία είναι αυτή της αντιμετώπισής τους ως δανειστών και μάλιστα ως προνομιούχων σε σύγκριση με τους υπόλοιπους πιθανούς δανειστές. Η δε εκ του νόμου εξ αδιαθέτου- διαδοχή – η οποία μεν βασίζεται στην εικαζόμενη βούληση του διαθέτη- αλλά ακόμα πιο ξεκάθαρα η αναγκαστική διαδοχή – η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την διατυπωμένη βούληση του διαθέτη- θέτουν νομίζω σοβαρά ζητήματα ασυνέπειας με την υποτιθέμενη αυτονόητη αναγνώριση του δικαιώματος του νεκρού να ορίζει την τύχη της περιουσίας του ως θεμελιωτικού λόγου της αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος. Η υπάρχουσα ήδη νομοθεσία παραβιάζει την ίδια την θεμελιακή της παραδοχή, το δικαίωμα δηλαδή του αποθανόντος στην περιουσία του. Η δε δικαιολόγηση αυτής με την αναγνώριση τάχα ως αντικρουόμενων μεγεθών του δικαιώματος της ιδιοκτησίας του διαθέτη και της προστασία της οικογένειας (υποθέτω ως συνταγματικού σκοπού της πολιτείας) είναι εξαιρετικά αδύναμη, καθώς πέραν των άλλων περιορίζει ένα δικαίωμα χάριν ενός κατεξοχήν ηθικολογικού σκοπού του κράτους. Σε αυτό το σημείο επαναδιατυπώνω την θέση που υποστήριξα για την αναγνώριση των συγγενών ως δανειστών του αποθανόντος -των τέκνων ως δικαιούμενων διατροφής και του επιζώντος συζύγου ως δικαιούμενου της επιστροφής της επαύξησης της περιουσίας του αποθανόντος μέσω της αξίωσης της συμμετοχής στα αποκτήματα- προκειμένω να θεμελιώσω νομίζω αρτιότερα και σύμφωνα με τις αρχές μη διανεμητικής δικαιοσύνης το δικαίωμα των μελών της οικογένειας στην απόλαυση μέρους της περιουσίας του αποθανόντος, τα οποία τους ανήκουν όχι για λόγος κληρονομικού δικαίου – δηλαδή όχι επειδή ο διαθέτης και ήδη νεκρός ήθελε και μπορούσε να τους τα μεταβιβάσει. Αλλά σίγουρα ούτε επειδή το κράτος προστατεύει την οικογένεια.
Στην συνέχεια και ιδίως στην προσέγγιση του κληρονομικού δικαιώματος από άποψη διανεμητικής δικαιοσύνης ξεκινήσαμε εξετάζοντας την δυνατότητα και το δικαιολογημένο της επιβολής ενός φόρου κληρονομίας. Εξέτασα δύο θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης, αυτή του Rawls και αυτή του Νόζικ, ενώ παρουσίασα το δικαιολογημένο αυτής υπό το αυστηρότερο δυνατό επιχείρημα περί της φορολογίας ως κατά τι αναγκαστικής εργασίας, όπως αυτό αποτυπώθηκε από τον RobertNozick. Η επιβολή του φόρου κληρονομίας, καθώς δεν προσβάλλει το δικαίωμα το διαθέτη – αφού αυτός είναι πλέον μη πρόσωπο ως νεκρός- στην ιδιοκτησία του είναι δικαιολογημένη. Ο φόρος επιβάλλεται στον κληρονόμο, ο οποίος καθίσταται με την αποδοχή της κληρονομίας πλουσιότερος από μεταβίβαση σε αυτόν πλούτου για τον οποίο δεν έχει εργαστεί και ως εκ τούτου είναι νομίζω δικαιολογημένος, ακόμα και ενός φόρου στην πλήρη αξία της κληρονομούμενης περιουσίας. Επιπλέον, για πρακτικούς κυρίως λόγους αξίζει να αναφερθεί το ζήτημα του δικαιολογημένου ή μη ενός φόρου δωρεάς. Ανακύπτει ισχυρό ένα επιχείρημα περί του λυσιτελούς της επιβολής ενός υψηλού φόρου κληρονομίας, δεδομένου ότι εξακολουθεί να υπάρχει πάντα η οδός της εν ζωή δωρεάς, μέσω της οποίας ο μελλοντικός κληρονόμος μπορεί να λάβει νωρίτερα την περιουσία απαλλαγμένη από την υποχρέωση καταβολής του ας υποθέσουμε ιδιαίτερα υψηλού φόρου κληρονομίας. Σε αυτό το σημείο αναγνωρίζω ότι οι λόγοι που δικαιολογούν και θεμελιώνουν έναν φόρο κληρονομίας δεν μπορούν να συντρέχουν και για την επιβολή ενός φόρου δωρεάς. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τίθεται με περιορισμούς ως προς τις επιλογές εξουσίασης επί του αντικειμένου της, επομένως ένας φόρος δωρεάς, ο οποίος θα επιβάλλεται στον μεταβιβάζοντα την περιουσία είναι πράγματι αδικαιολόγητος. Παρ’ όλα αυτά, επιχειρηματολογώ υπέρ του δικαιολογημένου επιβολής φόρου δωρεάς στον αποκτώντα, ο οποίος καθίσταται πλουσιότερος. Σε κάθε περίπτωση όμως, πιστεύω ότι ακόμα και με τις πρακτικές δυσχέρειες περί λυσιτέλειας ο υψηλός φόρος κληρονομίας είναι και πρακτικά σκόπιμος -γιατί δεν είναι απαραίτητο ότι μεταβιβάζεται πλήρης η περιουσία με εν ζωή δωρεές- αλλά και ηθικά επιβεβλημένος για λόγους διανεμητικής δικαιοσύνης
(EL)
In this paper I attempted to approach the inheritance right. By the term inheritance I refer both to the right of the possessor to designate heirs in the property he had at the time of his death and to the right of the heirs - especially the relatives - to succeed the deceased in his property. By this I do not mean anything other than the issues of non-distributive and distributive justice arising from the recognition of such a right.
I started with the approach and the critical assessment of the principles of inheritance as they can be found in the Greek Civil Code and in the relevant literature. I proceeded to examine the basic assumption on which the right of inheritance is based on the part of the possessor, namely that his right to determine the fortune of his property as a person - alive - after his death necessarily implies the right to private property , which I have argued that there are reasons why it is not considered correct and true. At this point, I attempted to demonstrate that by adopting even the most libertarian assumptions supporting the property, disrespect for the will of the deceased can not be regarded as violating the right to property, because that can not be established by based on the assumptions of these theories. Regarding the rights of the deceased's innocent relatives - willing to succeed in his property, I believe that the foundation of family protection at least in Greek law and literature is devoid of argumentative and normative density. With regard to the surviving spouse, the law itself as it is today has given an extremely successful solution, which draws on principles of non-distributive justice: The surviving spouse is initially called as a lender of inheritance with the right to participate in the acquisitions. This claim, together with a wider claim for maintenance, which can be considered to be well founded in the context of family law relations, seems to me to be the best foundation for both the surviving spouse and the children of the deceased of their right to property.
The correct approach from the point of view of the principles of non-distributive justice regarding the right of relatives to school property is that of treating them as lenders and even privileged compared to other potential lenders. The law by indivisible succession - which is based on the supposed intention of the possessor - but even more clearly the forced succession - which is in direct contrast to the expressed will of the possessor - I think serious issues of inconsistency with the assumed self-evident recognizing the right of the deceased to define the fate of his property as a fundamental reason for recognizing the right of inheritance. The already existing legislation violates its own fundamental premise, the right of the deceased to his property. And justifying this by recognizing as conflicting sizes of the right to property of the possessor and the protection of the family (I presume the constitutional purpose of the state) is extremely weak, as it limits, in addition, a right for the sake of a state's most moral objective. At this point, I reiterate my position on the recognition of the relatives as creditors of the deceased - the children as entitled to maintenance and the surviving spouse as entitled to the return of the increase of the deceased's property through the claim of participation in the acquisitions - in order to establish in accordance with the principles of non-distributive justice, the right of family members to enjoy part of the deceased's property, which belong to them not for the sake of inheritance I and - that is not because the testator wanted and already dead and could pass them. But surely neither because the state protects the family.
Next, and in particular the approach of the right of succession in terms of distributive justice, we started by examining the possibility and the justification for imposing a inheritance tax. I examined two distributive justice theories, that of Rawls and that of Nozick, and I presented this justifiable as much as possible to taxing as some forced labor, as impressed by Robert Nozick. The imposition of the inheritance tax, as it does not violate the right of the possessor - since he is now a non-person as dead - in his property is justified. The tax is imposed on the heir, who becomes more wealthy by accepting the inheritance than a transfer to that wealth for which he has not worked and therefore I think it is justified, even a tax in the full value of the inherited property. Moreover, for practical reasons, it is worth mentioning whether or not a donation tax is justified. An argument arises of the usefulness of imposing a high inheritance tax as there is always a living donation path through which the future heir can receive earlier property free from the obligation to pay him assume a particularly high tax inheritance. At this point I acknowledge that the reasons justifying and establishing a inheritance tax can not be met for the imposition of a donation tax. The right to property can not be considered to be restricted by the choice of authority over its subject matter, so a donation tax imposed on the transferor of the property is indeed unjustified. Nevertheless, I argue in favor of the justified charging of a donation tax to the acquirer, which becomes richer. In any case, however, I believe that even with the practical difficulties of relevance, the high inheritance tax is also practical - because it is not necessary that the estate is transferred in full through living donations - but also ethically imposed for reasons of distributive justice.
(EN)