Investigations into the puerperium of Beagle-breed female dogs

RDF 

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :

Αποθετήριο :
Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών
δείτε την καρτέλα τεκμηρίου
μέσα από τον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα *
κοινοποιήστε το τεκμήριο



Σημασιολογικός εμπλουτισμός/ομογενοποίηση από το EKT

2012 (EL)
Μελέτη της λοχείας σε θηλυκούς σκύλους φυλής Beagle
Investigations into the puerperium of Beagle-breed female dogs

Ορφανού, Διονυσία
Orfanou, Dionysia

Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη μελέτη της λοχείας σε υγιείς, πρωτοτόκους, θηλυκούς σκύλους, εν γένει αποσκοπώντας στη βελτίωση της διαθέσιμης γνώσης σχετικά με τη διαδικασία της λοχείας σε αυτό το ζωικό είδος. Ειδικότερα, η παρούσα διατριβή αποσκοπεί: (α) στην αξιολόγηση τιμών ‘αναφοράς’ για αιματολογικές και βιοχημικές παραμέτρους κατά τη διάρκεια της λοχείας, (β) στην περιγραφή των χαρακτηριστικών της μήτρας και των μαστικών αδένων και των προοδευτικών μεταβολών αυτών κατά τη διάρκεια της λοχείας, (γ) στην ταυτοποίηση των χρονικών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η μήτρα και οι μαστικοί αδένες είναι περισσότερο επιρρεπείς σε λοιμώξεις, (δ) στην ταυτοποίηση των κυττάρων που βρίσκονται στο περιεχόμενο της μήτρας και στο γάλα και (v) στη μελέτη της συμπεριφοράς θηλασμού κατά τη διάρκεια της γαλακτικής περιόδου και τη διαπίστωση ενδεχόμενης συσχέτισης με τις λοιμώξεις του μαστού.Αρχικά (1ο Κεφάλαιο), γίνεται ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας. Το Κεφάλαιο χωρίζεται σε τρία Μέρη. Στο Μέρος Α, ανασκοπείται με συντομία η βιβλιογραφία που αφορά στην ανατομία του αναπαραγωγικού συστήματος και στη φυσιολογία της λοχείας στους θηλυκούς σκύλους. Στο Μέρος Β, ανασκοπείται η βιβλιογραφία που αφορά σε παθολογικές καταστάσεις στη διάρκεια της λοχείας στους θηλυκούς σκύλους (συστηματικές παθολογικές καταστάσεις, παθολογικές καταστάσεις της μήτρας, παθολογικές καταστάσεις των μαστικών αδένων). Στο Μέρος Γ, περιγράφεται η τεχνική της ωοθηκυστερεκτομής κατά τη διάρκεια της λοχείας.Τα Υλικά και οι μέθοδοι περιγράφονται με λεπτομέρεια στο 2ο Κεφάλαιο. Συνολικά, στη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν 12 πρωτοτόκοι θηλυκοί σκύλοι φυλής Beagle. Όλα τα ζώα γέννησαν φυσιολογικά. Ακολούθησε η παρακολούθηση των ζώων μέχρι την 84η ημέρα μετά τον τοκετό. Πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες εξετάσεις: (α) γενική κλινική εξέταση των ζώων (θηλυκοί σκύλοι και νεογέννητα), (β) κλινική εξέταση του γεννητικού συστήματος, (γ) υπερηχοτομογραφική εξέταση της μήτρας, (δ) κλινική εξέταση των μαστικών αδένων, (ε) υπερηχοτομογραφική εξέταση των μαστικών αδένων, (στ) προσδιορισμός αιματολογικών παραμέτρων και βιοχημικών παραμέτρων στον ορό του αίματος, (ζ) προσδιορισμός της συγκέντρωσης της προγεστερόνης στον ορό του αίματος, (η) βακτηριολογική και κυτταρολογική εξέταση δειγμάτων κολπικού εκκρίματος, (θ) βακτηριολογική και κυτταρολογική εξέταση δειγμάτων υλικού θηλαίου πόρου και γάλακτος και (ι) παρατηρήσεις συμπεριφοράς θηλασμού. Σε διαδοχικά χρονικά σημεία μετά τον τοκετό (4η, 7η, 10η, 14η, 21η, 28η, 35η, 42η, 56η, 70ή και 84η ημέρα), πραγματοποιήθηκε ωοθηκυστερεκτομή και μερική μαστεκτομή των ζώων, για συλλογή δειγμάτων ιστών για εξέταση. Πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες εξετάσεις: (α) μακροσκοπική εξέταση της μήτρας και των ωοθηκών, (β) βακτηριολογική και κυτταρολογική εξέταση δειγμάτων περιεχομένου της μήτρας, (γ) ιστολογική εξέταση, ιστομετρική εξέταση και εξέταση με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης σε δείγματα ιστού μήτρας, (δ) βακτηριολογική εξέταση δειγμάτων μαστικού παρεγχύματος και (ε) ιστολογική εξέταση, ιστομετρική εξέταση και εξέταση με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης δειγμάτων ιστού μαστικού παρεγχύματος. Για τις παραπάνω εξετάσεις, χρησιμοποιήθηκαν καθιερωμένες κλινικές, παρακλινικές, εργαστηριακές, ηθολογικές και στατιστικές τεχνικές. Για την αποτελεσματικότερη ανάλυση των αποτελεσμάτων, η λοχεία διαιρέθηκε σε τέσσερις περιόδους: L1 όπου περιλαμβάνονταν δείγματα που συλλέχθηκαν από την ημέρα D0 (ημέρα τοκετού) έως την ημέρα D7 (7 ημέρες μετά τον τοκετό) (n=59), L2 όπου περιλαμβάνονταν δείγματα που συλλέχθηκαν από την ημέρα D8 έως την ημέρα D21 (n=27), L3 όπου περιλαμβάνονταν δείγματα που συλλέχθηκαν από την ημέρα D22 έως την ημέρα D42 (n=18) και L4 όπου περιλαμβάνονταν δείγματα που συλλέχθηκαν από την ημέρα D43 έως την ημέρα D84 (n=18). Ειδικά για τη μελέτη των αιματολογικών παραμέτρων και των βιοχημικών παραμέτρων στον ορό του αίματος, λήφθηκαν υπόψη και δεδομένα σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης των ζώων.Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάζονται στο 3ο Κεφάλαιο και παρουσιάζονται περιληπτικά παρακάτω.•Όλα τα ζώα ήταν κλινικώς υγιή στη διάρκεια της μελέτης.•Παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση της περί τον τοκετό περιόδου (τελευταία εβδομάδα της εγκυμοσύνης και πρώτη εβδομάδα της λοχείας) στις ακόλουθες αιματολογικές παραμέτρους και βιοχημικές παραμέτρους στον ορό του αίματος, για τις οποίες προτείνονται νέα όρια ‘αναφοράς’ κατά την παραπάνω περίοδο: αιματοκρίτης 24,1-35,3%, συνολικός αριθμός λευκοκυττάρων 13.200-31.400 κύτταρα μL-1, αριθμός θρομβοκυττάρων 502.000-912.000 κύτταρα μL-1, συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης 7,7-10,6 g dL-1, αριθμός ώριμων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων 8.500-25.200 κύτταρα μL-1, συνολικός αριθμός λεμφοκυττάρων 2.200-7.500 κύτταρα μL-1, συγκέντρωση ολικών πρωτεϊνών 4,3-6,4 g dL-1, συγκέντρωση αλβουμίνης 1,7-2,6 g dL-1 και συγκέντρωση C-αντιδρώσας πρωτεΐνης 30,0-180,0 mg L-1. Άλλες παράμετροι (δραστηριότητα αλκαλικής φωσφατάσης, συγκέντρωση ιοντισμένου ασβεστίου, συγκέντρωση ολικού ασβεστίου) μεταβλήθηκαν σημαντικά κατά την περί τον τοκετό περίοδο, αλλά οι τιμές αυτών παρέμειναν εντός των καθιερωμένων ορίων ‘αναφοράς’. Τέλος, στις άλλες παραμέτρους που μελετήθηκαν (μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης στα ερυθροκύτταρα, συγκέντρωση ινωδογόνου, αναλογία ώριμων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων, αριθμός και αναλογία άωρων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων, αναλογία λεμφοκυττάρων, αριθμός και αναλογία μονοκυττάρων, εοσινόφιλων λευκοκυττάρων και βασεόφιλων λευκοκυττάρων, συγκέντρωση σφαιρινών, συγκέντρωση γλυκόζης, συγκέντρωση μαγνησίου) δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές κατά τη διάρκεια της παραπάνω περιόδου.•Η διάμεση τιμή της συγκέντρωσης προγεστερόνης στο αίμα ήταν 0,43 ng mL-1. Η διάμεση τιμή της κατά τις περιόδους [L1+L2] ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από τη διάμεση τιμή της κατά τις περιόδους [L3+L4] (0,48 ng mL-1 και 0,32 ng mL-1, αντίστοιχα, P=0,013).•Παρατηρήθηκε κολπικό έκκριμα στο 58% των δειγματοληψιών. Το έκκριμα παρατηρήθηκε σε ελάχιστη έως μικρή ποσότητα, συνεχόμενα μέχρι την ημέρα D21 και, στη συνέχεια, με διαλείπουσα εμφάνιση μέχρι την ημέρα D77. Η διάμεση τιμή της διαμέτρου του σώματος της μήτρας, όπως εκτιμήθηκε με ψηλάφηση διαμέσου των κοιλιακών τοιχωμάτων, υπολογίστηκε σε ~3.0 cm την ημέρα D0 και σε <1.0 cm την ημέρα D28 και στη συνέχεια (P=0.01). Η διάμεση τιμή των διαστάσεων του αιδοίου κατά τη διάρκεια της λοχείας ήταν: συνολικό πλάτος × συνολικό ύψος = 2,7 cm × 3,4 cm - η διάμεση τιμή της απόστασης από τον πρωκτό μέχρι το άνω άκρο του αιδοίου ήταν 8,0 cm. Οι διαστάσεις των εξωτερικών γεννητικών οργάνων των ζώων μειώθηκαν σταδιακά κατά τη διάρκεια της μελέτης.•Στην υπερηχογραφική εξέταση, η μήτρα απεικονιζόταν, έως την ημέρα D21, ως ετερογενής σχηματισμός, ο οποίος αναγνωριζόταν με ευκολία, η δε διάμετρος των κεράτων αυτής εκτιμήθηκε ότι ήταν μεγαλύτερη από 1,0 cm. Προοδευτικά, η απεικόνιση της μήτρας γινόταν πιο δύσκολη και, την ημέρα D70, η διάμετρος των κεράτων αυτής εκτιμήθηκε σε 0,6 έως 0,7 cm (P<0.001). Σε εικόνες με επιμήκεις λήψεις, η μήτρα απεικονιζόταν σταθερά με κυλινδρικό σχήμα. Σε εικόνες με εγκάρσιες λήψεις έως την ημέρα D21, η μήτρα απεικονιζόταν με μορφή πολυγωνική έως συμπιεσμένη κυκλοτερή έως κυκλική. Σε εγκάρσιες λήψεις μετά την ημέρα D21, η μήτρα απεικονιζόταν με μορφή κυκλική. Διαπιστώθηκε η παρουσία ενός υποηχογενούς δακτυλίου, στο εσωτερικό του οποίου απεικονιζόταν μία περισσότερο ηχογενής δομή. Ο αυλός της μήτρας ήταν δύσκολα ορατός εξαιτίας του ηχογενούς περιεχομένου ή είχε έντονη αντίθεση με το υπερηχογενές ενδομήτριο. Οι θέσεις πρόσφυσης των εμβρυϊκών υμένων απεικονίζονταν ως κοκκώδεις σχηματισμοί με μέτρια ηχογένεια και μικρές ανηχογενείς περιοχές. Αρχικά, το τοίχωμα της μήτρας απεικονιζόταν ως σχηματισμός με πολλαπλές στιβάδες, αλλά, στη συνέχεια, ο αριθμός των ορατών στιβάδων μειωνόταν. Το πάχος του μυομητρίου και του ενδομητρίου, όπως και η διάμετρος του αυλού των κεράτων της μήτρας σταδιακά μειώνονταν με την εξέλιξη της λοχείας (P<0.001 και P=0,003, αντίστοιχα).•Συνολικά, απομονώθηκαν βακτήρια σε 51 από τα 122 δείγματα κολπικού εκκρίματος που εξετάστηκαν βακτηριολογικά. Η συχνότητα απομόνωσης βακτηρίων σε δείγματα από τον κόλπο ήταν 52,5% κατά την περίοδο L1, 33,3% κατά τη διάρκεια την περίοδο L2, 33,3% κατά την περίοδο L3 και 27,8% κατά την περίοδο L4 (P=0,094). Η διάμεση τιμή της περιόδου από τον τοκετό μέχρι την πρώτη μόλυνση της μήτρας ήταν 0,25 ημέρες. Η εκτιμώμενη διάμεση διάρκεια της λοίμωξης ήταν 5,25 ημέρες. Οι μικροοργανισμοί που απομονώθηκαν συχνότερα, ήταν Escherichia coli και Trueperella (Arcanobacterium) pyogenes: 22 και 16 στελέχη, αντίστοιχα, από τα 55 στελέχη που απομονώθηκαν συνολικά.•Σε επιχρίσματα από το πρόσθιο τμήμα του κόλπου, η πλειονότητα των κυττάρων που παρατηρήθηκαν ήταν επιθηλιακά κύτταρα. Τα επιθηλιακά κύτταρα της μήτρας, φυσιολογικά ή εκφυλισμένα, παρατηρήθηκαν με χαρακτηριστική διάταξη σε συσσωματώματα. Τα επιθηλιακά κύτταρα κόλπου που παρατηρήθηκαν, ήταν κυρίως παραβασικά κύτταρα ή μικρά ενδιάμεσα κύτταρα. Παρατηρήθηκαν επίσης λευκοκύτταρα, μεταξύ των οποίων κυριαρχούσαν τα ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα. Κατά τις περιόδους L1 και L2, παρατηρήθηκαν επίσης κύτταρα τύπου τροφοβλάστης. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, παρατηρήθηκε σταδιακή αύξηση στον αριθμό των επιθηλιακών κυττάρων και σταδιακή μείωση στον αριθμό των λευκοκυττάρων (P<0,04). Σε δείγματα από τα οποία είχαν απομονωθεί βακτήρια, υπήρχε σημαντικά μεγαλύτερος λευκοκυττάρων (P=0.045), αλλά όχι επιθηλιακών κυττάρων (P=0.383).•Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι μαστικοί αδένες ήταν μαλακοί και με ομοιογενή σύσταση. Την ημέρα D1, το μαστικό έκκριμα ήταν παχύρρευστο και κιτρινωπό, στη συνέχεια δε (περιστασιακά την ημέρα D2, αλλά πάντοτε την ημέρα D4) έγινε ‘γαλακτώδες’.•Στην υπερηχογραφική εξέταση, το μαστικό παρέγχυμα, σε γενικές γραμμές, είχε ομοιογενή σύσταση και μέτρια ηχογένεια. Με την εξέλιξη της λοχείας, παρατηρείτο μία λιγότερο ομοιογενής σύσταση με μικρότερη ηχογένεια, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε αυξημένη ποσότητα συνδετικού ιστού στην περίοδο εκείνη. Περιστασιακά, ήταν δυνατή η απεικόνιση διαφορετικών λοβίων εντός του ίδιου μαστικού αδένα, τα οποία χωρίζονταν με συνδετικό ιστό.•Η συχνότητα απομόνωσης βακτηρίων από το υλικό θηλαίου πόρου ήταν 6,8% στην περίοδο L1, 1,3% στην περίοδο L2, 0% στην περίοδο L3 και 2,8% στην περίοδο L4, Η συχνότητα απομόνωσης βακτηρίων από το γάλα ήταν 9,1%, 10,4%, 12,2% και 1,7%, αντίστοιχα. Εκτιμήθηκε ότι η πιθανότητα απομόνωσης βακτηρίων από το μαστικό αδένα Rc1 (οπίσθιος δεξιός) ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι αυτή από τους μαστικούς αδένες [Rc3 ή Rc4]. Επίσης, η πιθανότητα απομόνωσης βακτηρίων από το μαστικό αδένα Rc2 ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι αυτή από το μαστικό αδένα Rc4 (P<0,02). Επιπλέον, παρατηρήθηκε μεγαλύτερη πιθανότητα απομόνωσης βακτηρίων από τους [Rc1+Rc2] σε σύγκριση με τους [Rc3+Rc4] αδένες (P<0,001). Η διάμεση τιμή της περιόδου από τον τοκετό μέχρι την πρώτη μόλυνση ήταν σημαντικά μικρότερη (P=0,044) για τον Rc1 σε σχέση με τους Rc2, Rc3 ή Rc4 (3 ημέρες για τον Rc1, >7 ημέρες για τους Rc2, Rc3 ή Rc4). Οι περισσότεροι από τους μικροοργανισμούς που απομονώθηκαν ήταν σταφυλόκοκκοι: 14 από τα 17 (82%) που απομονώθηκαν συνολικά από δείγματα υλικού θηλαίου πόρου και 45 στελέχη από τα 53 (85%) που απομονώθηκαν συνολικά από δείγματα γάλακτος. Πιο συχνά, ταυτοποιήθηκε Staphylococcus pseudintermedius (7 και 24 στελέχη, αντίστοιχα).•Η μέση (διάμεση) τιμή της δοκιμής Whiteside (WST) σε δείγματα γάλακτος από τα οποία δεν απομονώθηκαν βακτήρια ήταν 1,78 (2,0) και σε δείγματα γάλακτος από τα οποία απομονώθηκαν βακτήρια ήταν 2,20 (2,5) [σε κλίμακα από 0-5, η οποία αντιστοιχεί σε αντίδραση από ‘-’ έως ‘3+’). Υπήρχε σημαντική συσχέτιση μεταξύ αυξημένων τιμών της δοκιμής WST και δειγμάτων γάλακτος από τα οποία απομονώθηκαν βακτήρια. Η ευαισθησία της δοκιμής ήταν 74% για συσχέτιση υψηλών τιμών (≥‘1+’) αυτής με απομόνωση βακτηρίων από δείγματα γάλακτος. Η μέση (διάμεση) τιμή της αντίδρασης της δοκιμής WST σε δείγματα από τέσσερις περιόδους ήταν ως εξής: 1,73 (2,0) κατά την L1, 1,68 (2,0) κατά την L2, 1,58 (2,0) κατά την L3 και 3,12 (4,0) κατά την L4. Οι τιμές της δοκιμής κατά την περίοδο L4 ήταν σημαντικά αυξημένες (P<0,001). Οι τιμές της δοκιμής σε δείγματα από τον ‘Rc1’ αδένα ήταν σημαντικά μεγαλύτερες (P<0,015) σε σχέση με αυτές από δείγματα από άλλους μαστικούς αδένες. Η πλειονότητα των κυττάρων που παρατηρήθηκαν σε επιχρίσματα γάλακτος ήταν μακροφάγα, παράλληλα όμως παρατηρήθηκαν λεμφοκύτταρα και ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα.•Με την εξέλιξη της λοχείας, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της κινητικότητας των θηλυκών σκύλων (‘μέσα στο κουτί τοκετού’: P≤0,001, ‘έξω από το κουτί τοκετού’: P<0,001), καθώς και σημαντική μείωση της αλληλεπίδρασης με τα κουτάβια (‘περιποίηση κουταβιών’: P<0,001, ‘επαφή με κουτάβια’: P<0,001). Επίσης, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στην κινητικότητα (‘μέσα στο κουτί τοκετού’: P≤0,001, ‘έξω από το κουτί τοκετού’: P<0,001) και στην ενεργητικότητα (‘ξαπλώνει’: P<0,001, ‘παίζει’: P<0,001) των κουταβιών κατά τη διάρκεια της περιόδου L4. Οι σχετικές με το θηλασμό συμπεριφορές των κουταβιών μειώθηκαν προοδευτικά στη διάρκεια της λοχείας (‘επιτυχημένος θηλασμός’: P<0,09, ‘επεισόδιο θηλασμού’: P<0,08). Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στη συχνότητα των επεισοδίων θηλασμού των κουταβιών στο δεξιό ή τον αριστερό στίχο μαστικών αδένων (P=0,973). Αντίθετα, υπήρχε σημαντική διαφορά στη συχνότητα των επιτυχημένων θηλασμών των κουταβιών μεταξύ των οπίσθιων [Rc1+Rc2] και των πρόσθιων [Rc3+Rc4+Rc5] μαστικών αδένων (P<0,001). Οι γραμμές τάσης που απεικόνιζαν τη συχνότητα των ‘επιτυχημένων θηλασμών’ των κουταβιών και την πιθανότητα μόλυνσης των μαστικών αδένων και των θηλαίων πόρων συμπορεύονταν σε όλη τη διάρκεια της μελέτης.•Μακροσκοπικά, η μήτρα είχε χρώμα ρόδινο, με επιμήκεις πτυχώσεις και μέτρια αγγείωση. Τα κέρατα της μήτρας ήταν συμμετρικά μεταξύ τους και πλαγίως αποπλατυσμένα. Μακροσκοπικά, οι θέσεις πρόσφυσης των εμβρυϊκών υμένων μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές μέχρι την 84η ημέρα μετά τον τοκετό. Οι μέσες τιμές του πλάτους των κεράτων της μήτρας (στις θέσεις πρόσφυσης εμβρυϊκών υμένων / στια μεσοδιαστήματα μεταξύ των θέσεων πρόσφυσης, αντίστοιχα) ήταν διαφορετικές στα επί μέρους χρονικά σημεία: 2,8 / 2,7 cm την ημέρα D7, 1,7 / 1,2 cm την ημέρα D35 και 0,9 / 0,8 cm την ημέρα D84 (P≤0,001). Παρατηρήθηκε μικρή ποσότητα υγρού, χρώματος κόκκινου έως έντονα καστανού, στην κοιλότητα της μήτρας σε επτά σκύλες μέχρι την ημέρα D42. Οι θέσεις πρόσφυσης των εμβρυϊκών υμένων είχαν χρώμα αρχικά σκούρο πράσινο έως γκριζωπό, ενώ αργότερα το χρώμα έγινε έντονα καστανό. Οι θέσεις πρόσφυσης ήταν παχυμένες και με ‘αφρώδη’ επιφάνεια. Οι διαστάσεις τους προοδευτικά μειώνονταν κατά τη διάρκεια της λοχείας. Οι περιοχές μεσοδιαστήματος είχαν χρώμα λευκό έως ροδαλό, με αβαθείς επιμήκεις ρυτιδώσεις. Το μήκος τους προοδευτικά αυξάνονταν κατά τη διάρκεια της λοχείας.•Βακτήρια απομονώθηκαν από δείγματα περιεχομένου της μήτρας από τα ζώα που χειρουργήθηκαν την ημέρα D4 και την ημέρα D7, από τα οποία απομονώθηκαν E. coli και T. pyogenes, αντίστοιχα. Η πλειονότητα των κυττάρων σε επιχρίσματα περιεχομένου μήτρας στα αρχικά μετά τον τοκετό στάδια, ήταν λευκοκύτταρα, κυρίως δε ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα. Από την ημέρα D56 και μετά, στα επιχρίσματα προεξήρχαν τα επιθηλιακά κύτταρα της μήτρας.•Κατά την περίοδο L1, το μυομήτριο ήταν ιδιαίτερα παχυμένο (1887 μm την ημέρα D7). Το παχυμένο ενδομήτριο παρουσίαζε πτυχώσεις και έντονη αγγείωση στο χόριο, όπου παρατηρήθηκε αυξημένος αριθμός φλεγμονωδών κυττάρων. Το επιθήλιο ήταν μονόστιβο κυβοειδές ή κυλινδρικό. Τα επιθηλιακά κύτταρα ήταν διογκωμένα, σε συσσωματώματα και είχαν ‘κενοτοπιώδες’ κυτταρόπλασμα. Συσσωματώματα από ‘κενοτοπιώδη’ κύτταρα παρατηρήθηκαν σε όλη την έκταση του επιθηλίου. Παρατηρήθηκε έντονη απόπτωση επιθηλιακών κυττάρων στον αυλό της μήτρας. Κατά την περίοδο L2, η ένταση των παραπάνω ευρημάτων σταδιακά μειώθηκε. Κατά την περίοδο L3, το πάχος όλων των στιβάδων του μυομητρίου είχε μειωθεί. Για πρώτη φορά, παρατηρήθηκαν φλεγμονώδη κύτταρα στην εσωτερική στιβάδα του μυομητρίου. Το επιθήλιο ήταν μονόστιβο κυβοειδές ή κυλινδρικό. ‘Κενοτοπιώδη’ κύτταρα παρατηρήθηκαν μόνο στα σημεία του επιθηλίου που αντιστοιχούσαν στις θέσεις πρόσφυσης των εμβρυϊκών υμένων. Κατά την περίοδο L4, το πάχος του συνόλου του τοιχώματος της μήτρας μειώθηκε περαιτέρω (1255 μm την ημέρα D70). Οι μητριαίοι αδένες ήταν εμφανείς, αλλά η διάμετρός τους είχε μειωθεί. Το επιθήλιο ήταν μονόστιβο κυβοειδές. Μερικά ‘κενοτοπιώδη’ κύτταρα ήταν παρόντα στα σημεία του επιθηλίου, τα οποία αντιστοιχούσαν στις θέσεις πρόσφυσης των εμβρυϊκών υμένων. Η διάμεση διάμετρος των μητριαίων αδένων σε εγκάρσιες τομές ήταν 79 μm την ημέρα D7, 53 μm την ημέρα D56 και 52 μm την ημέρα D84 (P=0,032). Παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικές διαφορές στο ύψος των επιθηλιακών κυττάρων των μητριαίων αδένων, που ήταν 9,4 μm την ημέρα D7, 6,2 μm την ημέρα D56 και 6,4 μm την ημέρα D84 (P=0,035).•Μακροσκοπικά, οι μαστικοί αδένες είχαν παραληλόγραμμο έως σχεδόν τετράγωνο σχήμα, με ροδαλό έως ελαφρά ερυθρό χρωματισμό. Από την ημέρα D56, παρατηρήθηκε υποκίτρινος χρωματισμός σε ορισμένες περιοχές των μαστικών αδένων. Δεν διαπιστώθηκε συσχέτιση του αριθμού των θηλαίων πόρων με την πιθανότητα μόλυνσης του μαστικού αδένα. Οι διαστάσεις των μαστικών αδένων ήταν αυξημένες από την ημέρα D14 μέχρι την ημέρα D42 και, στη συνέχεια, σταδιακά μειώνονταν. Από την ημέρα D4 έως την ημέρα D42, οι διαστάσεις του μαστικού αδένα Rc2 ήταν μεγαλύτερες από αυτές του Rc1, τάση που αντιστράφηκε από τη ημέρα D56. Σε γενικές γραμμές, οι διαστάσεις των μαστικών αδένων Rc1 και Rc2 ήταν μεγαλύτερες από αυτές του Rc3. Η προοδευτική μείωση των διαστάσεων των μαστικών αδένων στη διάρκεια της μελέτης ήταν σημαντκή (P<0,001).•Δεν απομονώθηκαν βακτήρια από κανένα δείγμα μαστικού παρεγχύματος από κανένα ζώο.•Σε όλους τους μαστικούς αδένες που μελετήθηκαν, όλοι οι λοβοί και τα λόβια στον ίδιο αδένα είχαν παρόμοια ιστολογική δομή. Τα ευρήματα σε όλους τους μαστικούς αδένες του ίδιου ζώου ήταν ομοιόμορφα: μέχρι την ημέρα D42 όλοι οι μαστικοί αδένες του ίδιου ζώου βρίσκονταν σε πλήρη γαλακτοπαραγωγή, ενώ την ημέρα D70 και μετέπειτα παρατηρήθηκε παλινδρόμηση των μαστικών αδένων. Ειδικά την ημέρα D56, παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των μαστικών αδένων του ζώου: συγκεριμένα, τρεις μαστικοί αδένες βρίσκονταν σε πλήρη γαλακτοπαραγωγή, ενώ στον τέταρτο παρατηρήθηκε παλινδρόμηση. Φλεγμονώδη κύτταρα παρατηρήθηκαν στο μεσολόβιο χώρο όλων των αδένων. Μέχρι την ημέρα D42, τα λόβια του μαστού διαχωρίζονταν με ελάχιστη ποσότητα συνδετικού ιστού. Οι αδενοκυψελίδες ήταν πλήως αναπτυγμένες και διασταλμένες, με σφαιρική έως ελαφρά ωοειδή δομή, και περιβάλλονταν από μυοεπιθηλιακά κύτταρα. Τα επιθηλιακά κύτταρα παρουσίαζαν ομοιογένεια και ήταν κυβοειδή έως ελαφρώς παραλληλεπίπεδα. Από την ημέρα D70, ο μεσολόβιος συνδετικός ιστός ήταν αφθονότερος και πιο πυκνός, καταλαμβάνοντας ένα μεγάλο τμήμα των οπτικών πεδίων. Παρατηρήθηκε αυξημένος αριθμός ινοβλαστών. Ο συνδετικός ιστός μεταξύ των λοβίων περιείχε φλεγμονώδη κύτταρα. Οι αδενοκυψελίδες παρουσιάζονταν με ακανόνιστο σχήμα και ήταν συρρικνωμένες. Τα ελάχιστα επιθηλιακά κύτταρα των αδενοκυψελίδων ήταν αποπλατυσμένα. Η διάμεση τιμή των αδενοκυψελίδων ανά λόβιο μειωνόταν προοδευτικά κατά τη διάρκεια της μελέτης (P<0,001). Η διάμεση τιμή των επιθηλιακών κυττάρων ανά αδενοκυψελίδα επίσης μειωνόταν προοδευτικά (P=0,005). Ο αδένας Rc3 είχε σημαντικά μικρότερο αριθμό αδενοκυψελίδων από τους Rc1 ή Rc2. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στον αριθμό των επιθηλιακών κυττάρων ανά αδενοκυψελίδα μεταξύ των διαφόρων μαστικών αδένων. Η διάμεση τιμή της διαμέτρου των αδενοκυψελίδων και η διάμεση τιμή του ύψους των επιθηλιακών κυττάρων μειώθηκαν σημαντικά στην περίοδο L4 (P<0,045).Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα αποτελέσματα της παρούσας διατριβής, συνοψίζονται παρακάτω.(α) Φαίνεται ότι, για ορισμένες αιματολογικές παραμέτρους και βιοχημικές παραμέτρους στον ορό του αίματος, κατά την περί τον τοκετό περίοδο, ισχύουν τιμές ‘αναφοράς’ διαφορετικές από τις καθιερωμένες. Ειδικότερα, παρουσιάζονται νέα προτεινόμενα όρια τιμών ‘αναφοράς’ για τον αιματοκρίτη, το συνολικό αριθμό λευκοκυττάρων, τον αριθμό θρομβοκυττάρων, τη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης, τον αριθμό ώριμων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων, το συνολικό αριθμό λεμφοκυττάρων, τη συγκέντρωση ολικών πρωτεϊνών, τη συγκέντρωση αλβουμίνης και τη συγκέντρωση C-αντιδρώσας πρωτεΐνης.(β) Τα υπερηχοτομογραφικά ευρήματα στη μήτρα και στους μαστικούς αδένες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχεία αναφοράς για απεικονίσεις σε σκύλες στη διάρκεια της λοχείας.(γ) Οι τρέχουσες απόψεις σχετικά με τη διάρκεια την παλινδρόμησης του γεννητικού συστήματος των θηλυκών σκύλων μετά τον τοκετό, ενδεχομένως, πρέπει να αναθεωρηθούν. Ειδικά σε πρωτοτόκες σκύλες, μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαδικασία της παλινδρόμησης διαρκεί φυσιολογικά περισσότερο απ’ ό,τι σε πολυτόκες σκύλες. Η σημασία των ‘κενοτοπιωδών’ κυττάρων στη μήτρα πρέπει να επαναξιολογηθεί, ενδεχομένως δε η παρουσία τους μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογικό χαρακτηριστικό. Ίσως, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ποσότητα των κυττάρων αυτών σε συνδυασμό με άλλα παθολογικά ευρήματα ως ενδείξεις ατελούς παλινδρόμησης των περιοχών πρόσφυσης των εμβρυϊκών υμένων.(δ) Παρά την αυξημένη πιθανότητα μόλυνσης (E. coli, T. pyogenes) του γεννητικού συστήματος στην αμέσως μετά τον τοκετό περίοδο, οι αποτελεσματικοί κυτταρικοί αμυντικοί μηχανισμοί (ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα) του ζώου συμβάλλουν στην προστασία για αποφυγή εκδήλωσης μητρίτιδας.(ε) Η παλινδρόμηση των μαστικών αδένων αρχίζει περίπου στο τέλος του 2ου μήνα μετά τον τοκετό. Μέχρι το τέλος του 3ου μήνα μετά τον τοκετό (σε περιπτώσεις όπου η σκύλα ακόμα γαλουχεί τα κουτάβια της) η διαδικασία έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.(στ) Οι σταφυλόκοκκοι είναι οι κύριοι μικροοργανισμοί που απομονώνονταν από δείγματα γάλακτος από υγιείς θηλυκούς σκύλους στη διάρκεια της λοχείας. Οι μικροοργανισμοί αυτοί μάλλον προέρχονταν από το δέρμα του ζώου. Η πιθανότητα μόλυνσης των οπίσθιων μαστικών αδένων είναι αυξημένη σε σύγκριση με αυτή των προσθιότερων αδένων. Η πιθανότητα μόλυνσης στο αρχικό στάδιο της λοχείας είναι μεγαλύτερη από αυτήν στα επόμενα στάδια.(ζ) Τα μακροφάγα και τα λεμφοκύτταρα αποτελούν τις κύριες κατηγορίες κυττάρων που παρατηρούνται στους μαστικούς αδένες. Η δοκιμή Whiteside φαίνεται ότι είναι χρήσιμη για ανίχνευση αυξημένου αριθμού κυττάρων στο γάλα των θηλυκών σκύλων.(η) Οι ηθολογικές παρατήρησεις υποδεικνύουν ότι ο θηλασμός φαίνεται να συμβάλλει σε αυξημένη πιθανότητα μόλυνσης των οπίσθιων μαστικών αδένων στην αρχική περίοδο της λοχείας. Τα ζώα δεν παρουσίασαν αρνητικές συμπεριφορές στη διάρκεια της μελέτης. Γενικά, το μέγεθος της τοκετομάδας δεν επηρέαζε τη συμπεριφορά των θηλυκών σκύλων και των κουταβιών τους.
The present thesis focusses on the study of the puerperium of female dogs, with the general objective to increase available knowledge regarding the puerperium of that species and to elucidate the process of involution of the uterus and the mammary glands in female dogs. Specific objectives of the thesis were as follows: (i) a proposal of ‘reference’ values for haematological and blood biochemical parametres during the puerperium, (ii) the description of anatomical details and their progressive changes in the uterus and the mammary glands during the puerperium, (iii) the identification of time periods, during which the uterus and the mammary glands are more susceptible to infection, (iv) the identification of cells present in the uterine content and in the milk and (v) the study of sucking behaviour during lactation and the identification of potential risk factors for mammary infections.Initially (1st Chapter), the relevant literature is reviewed. The Chapter is subdivided into three Parts. In Part A, principles of anatomy of the reproductive system and of physiology of the puerperium of female dogs are briefly reviewed. In Part B, the literature on pathological conditions of female dogs during the puerperium (systemic post-partum pathological conditions, post-partum pathological conditions of the uterus, post-partum pathological conditions of the mammary glands) is reviewed. In Part C, the ovario-hysterectomy during the puerperium is presented.Materials and methods used are described in detail in the 2nd Chapter. In total, 12 primiparous Beagle-breed female dogs were used in the study. Animals whelped normally. Subsequently, all animals were monitored until the 84th day post-partum. The following examinations were carried out: (i) general clinical examination (female dogs and puppies), (ii) clinical examination of the genital system, (iii) ultrasonographic examination of the uterus and the ovaries, (iv) clinical examination of the mammary glands, (v) ultrasonographic examination of the mammary glands, (vi) measurement of haematological and blood biochemical parametres, (vii) measurement of blood serum progesterone concentration, (viii) bacteriological and cytological examination of vaginal swab samples, (ix) bacteriological examination and cytological examination of teat duct material and milk samples, (x) behavioural observations. Dogs were subjected to ovario-hysterectomy and partial mastectomy on each of 4th, 7th, 10th, 14th, 21st, 28th, 35th, 42nd, 56th, 70th and 84th day after whelping. Appropriate tissue samples were collected for detailed examinations and the following were studied: (i) gross appearance of the uterus and the ovaries, (ii) bacteriological and cytological examination of uterine content samples, (iii) histological, histometric and ultrastructural examination of uterus and ovary tissue samples, (iv) bacteriological examination of mammary parenchyma samples, (v) histological, histometric and ultrastructural examination of mammary parenchyma tissue samples. Standard clinical, paraclinical, laboratory, behavioural and data analysis techniques were employed. For the purposes of analysis of results of the study, the puerperium was divided into four stages: L1 included samples collected from D0 (i.e., day of whelping) to D7 (7 days after whelping) (n=59), L2 included samples collected from D8 to D21 (n=27), L3 included samples collected from D22 to D42 (n=18) and L4 included samples collected from D43 to D84 (n=18). Specifically for analysis of haematological and blood biochemical parametres, samples collected during pregnancy were also taken into account.The results of the study are presented in the 3rd Chapter and are summarised herebelow.•Animals were clinically healthy throughout the study.•A significant effect of the peri-parturient period (last week of pregnancy and first week of the puerperium) was observed for the following parametres, rendering proposed ‘reference’ values during that period as follows: haematocrit 24.1-35.3%, leucocyte counts 13,200-31,400 μL-1, thrombocyte counts 502,000-912,000 μL-1, haemoglobin concentration 7.7-10.6 g dL-1, mature neutrophil counts 8,500-25,200 μL-1, lymphocyte counts 2,200-7,500 μL-1, total protein concentration 4.3-6.4 g dL-1, albumin concentration 1.7-2.6 g dL-1 and C-reactive protein concentration 30.0-180.0 mg L-1. Other parametres (alkaline phosphatase activity, calcium-ion concentration and total calcium concentration) were significantly affected during the peri-parturient period, but remained within the established ‘reference’ values. Finally, other parametres (mean corpuscular haemoglobin concentration, fibrinogen concentration, mature neutrophils proportion, immature neutrophils counts and proportion, lymphocytes proportion, monocyte counts and proportion, eosinophil counts, basophil counts, globulin concentration, glucose concentration, magnesium concentration) were not affected.•Median value of blood serum progesterone concentration was 0.43 ng mL-1; it was higher in [L1+L2] compared to [L3+L4] (0.48 ng mL-1 versus 0.32 ng mL-1, P=0.013).•Vaginal discharge was observed in 58% of sampling occasions, continuously up to D21 and intermittently up to D77, in ‘scanty’ to ‘small’ amount. Median diametre of the body of the uterus, as estimated during palpation through the abdominal wall, was progressively reduced during the puerperium; it was estimated at ~3.0 cm on D0 to <1.0 cm on D28 and subsequently (P=0.01). Median value of dimensions of the vulva during the puerperium were as follows: total horizontal width × total vertical length = 2.7 cm × 3.4 cm; median value of distance from anus to upper vulval commisure was 8.0 cm. Dimensions of the external genitalia progressively decreased during the study.•Up to D21, the uterus appeared with a heterogeneous echopattern; it was easy to recognize and image the organ, because width of the uterine horns was estimated to be ≥1.0 cm. After that day, it was more difficult to image it, as their width was progressively decreasing and, on D70, was estimated to be 0.6 to 0.7 cm (P<0.001). In longitudinal images, the uterus appeared consistently cylindrical in shape. In transverse images taken up to D21, the sections of the organ appeared polygonal to compressed circular to circular; in transverse images taken after D21, they appeared consistently circular. There was evidence of a hypoechoic rim, with a more echogenic inner architecture. In some images, the anechoic lumen was barely visible, because of the more echogenic content, whilst in others, it was observed greatly contrasting to the hyperechoic endometrium. The placental sites appeared as granulated structures of medium echogenicity, with small anechoic areas. Initially, the uterine wall was imaged as a multi-layer structure, but, subsequently, number of layers imaged was reduced. Thickness of myometrium and endometrium was found to progressively decrease as the puerperium advanced (P<0.001), as was diametre of the lumen of uterine horns (P=0.003).•In total, 51 of 122 vaginal samples examined bacteriologically, yielded bacteria. Frequency of bacterial isolation from vaginal samples was 0.525 during L1, 0.333 during L2, 0.333 during L3 and 0.278 during L4 (P=0.094). Median time to first infection after whelping was 0.25 days. Estimated median duration of infection (all infections taken into account) was 5.25 days. Most of the organisms recovered were Escherichia coli and Trueperella (Arcanobacterium) pyogenes: 22 and 16, respectively, of the 55 isolates recovered.•In smears from swab samples from the anterior part of the vagina, the majority of cells observed were epithelial cells. Uterine epithelial cells, normal or degenerated, were observed characteristically clustered, whilst vaginal cells observed were primarily parabasal or small intermediate cells. Leucocytes were also observed in these smears; neutrophils predominated. Trophoblast-like cells were also evident in L1 and L2. There was a progressive increase in epithelial cell counting scores and progressive decrease in leucocyte counting scores observed during the puerperium (P<0.04). Cell counting scores for samples which had yielded bacteria were significantly higher for leucocytes (P=0.045), but not for for epithelial cell counting scores (P=0.383).•During the study, the mammary glands were soft and with homogeneous consistency. On D1, the mammary secretion was thick and yellowish, thereafter (occasionally on D2, but always on D4) becoming ‘milky’.•The mammary parenchyma showed, in general, a homogeneous consistency and medium echogenicity. As the puerperium advanced, a less homogeneous echopattern was seen and (compared to previous periods) lower echogenicity was recorded; increased amount of connective tissue was also evident in ultrasonograms during that period. Occasionally, it was possible to image different lobules within the same mammary gland, separated by connective interlobular tissue.•Frequency of bacterial isolation from teat ducts was 0.068 during L1, 0.130 during L2, 0.0 during L3 and 0.028 during L4; frequency of bacterial isolation from mammary glands was 0.091, 0.104, 0.122 and 0.017, respectively. There was a greater probability of bacterial isolation from Rc1 (right most caudal gland) than [Rc3 or Rc4] glands, as well as from Rc2 than Rc4 glands (P<0.02); there was also a greater probability of bacterial isolation from [Rc1+Rc2] than from [Rc3+Rc4] glands (P<0.001). Median time to first infection after whelping was significantly (P=0.044) shorter for Rc1 than for Rc2, Rc3 or Rc4 (median time: 3 days for Rc1, >7 days for Rc2, Rc3 or Rc4). Most of the organisms recovered were staphylococci: 14 of the 17 isolates (82%) from teat duct material and 45 of the 53 isolates (85%) from milk; Staphylococcus pseudintermedius was the most frequently recovered species (7 and 24 isolates, respectively).•Mean (median) Whiteside test (WST) score of bacteriologically negative milk samples was 1.78 (2.0) and that of bacteriologically positive milk samples was 2.20 (2.5) [in a 0 to 5 scale corresponding to scores ‘-’ to ‘3+’]. There was a significant association between increased WST scores and bacteriologically positive results in milk samples. Overall sensitivity of the test was 74% for ‘high’ (i.e., ≥’1+’) WST scores to identifying bacterial isolation from milk samples. Mean (median) WST scores of milk samples collected during each of the four puerperium stages were as follows: 1.73 (2.0) in L1, 1.68 (2.0) in L2, 1.58 (2.0) in L3 and 3.12 (4.0) in L4; scores in samples collected during L4 were significantly (P<0.001) greater. Scores in samples collected from ‘Rc1’ gland were significantly (P<0.015) greater than in samples from the other mammary glands. The majority of cells observed in milk films were macrophages, although lymphocytes and neutrophils were also present therein.•As the puerperium advanced, there was a significant progressive increase in mobility of the bitches (‘Inside whelping box’: P≤0.001, ‘Outside whelping box’: P<0.001), as well as a significant progressive decrease of interaction with puppies (‘Grooming puppy’: P<0.001, ‘Contact with puppies’: P<0.001). Moreover, there was a significant increase in mobility (‘Inside whelping box’: P≤0.001, ‘Outside whelping box’: P<0.001) and activity (‘Lie down’: P<0.001, ‘Playing’: P<0.001) of the puppies during L4. Sucking behaviours decreased progressively as the puerperium advanced (‘Successful suck’: P<0.09, ‘Sucking bout’: P<0.08). There was no significant difference in the frequency of successful sucks of puppies between the right and the left mammary glands (P=0.973), but there was a significant difference in the frequency of successful sucks of puppies between the more caudal (i.e., [Rc1+Rc2]) and more cranial (i.e., [Rc3+Rc4+Rc5]) mammary glands (P<0.001). Tendency lines drawn for frequency of ‘Successful sucks’ of puppies and risk of infection for five mammary glands (Rc1, Rc2, Rc3, Rc4 and Lc2) and two teat ducts (Rd2, Ld2) of their dams were associated throughout the study.•Externally, the uterus was pink, with longitudinal folds and mild vascularization. The two horns were symmetrical between them and laterally oblate; macroscopically, the placental sites could be appreciated even up to D84. Mean widths of the uterine horns were different across the various time-points: 2.8 / 2.7 cm (placental sites / interplacental areas) on D7, 1.7 / 1.2 cm (placental sites / interplacental areas) on D35 and 0.9 / 0.8 cm (placental sites / interplacental areas) on D84 (P≤0.001). There was a small amount of viscous to mucous, red to dark-brownish fluid inside the uterus of seven bitches up to D42 of the puerperium. The placental sites were initially of dark green to grey colour, whilst later they were dark brown; these were easily recognized, thickened and with ‘foamy’-like surface; their length progressively decreased. The interplacental areas were white to pink colour with mild longitudinal wrinkles thereon; their length progressively increased.•Bacteria were isolated from swabs cultured from the uterine content of the bitch operated on D4 and from that of the bitch operated on D7; E. coli and T. pyogenes were isolated, respectively. In smears from swab samples from the uterine content, the majority of cells observed were initially leucocytes, with neutrophils predominating. Uterine epithelial cells predominated from D56 of the puerperium onwards.•During L1, the myometrium was very thickened (1887 μm on D7). The thickened endometrium showed folding and increased vascularisation in the lamina propria. High numbers of inflammatory cells were observed subepithelially. A simple, cuboidal to columnar epithelium was seen; the epithelial cells were enlarged, clustered and with a ‘foamy’ cytoplasm. Clusters of ‘foamy’ cells were evident along the entire epithelial lining. Increased desquamation of epithelial cells was seen into the lumen. During L2, the intensity of the above findings progressively decreased. During L3, thickness of all layers of the myometrium was reduced. Inflammatory cells were first evident in the inner layer of the myometrium. A simple, cuboidal to columnar epithelium was seen; ‘foamy’ cells were also observed, but only at the part of the epithelium lining corresponding to the placental sites. During L4, thickness of the myometrium was further decreased (1255 μm of D70). Uterine glands were evident, although their diametre had decreased. A simple, cuboidal epithelium was seen; some ‘foamy’ cells were also observed at the part of the epithelium lining corresponding to the placental sites. Median diametre of the uterine glands' transverse sections was 79 μm on D7, 53 μm on D56 and 52 μm on D84 (P=0.032); moreover, significant differences were also seen in the height of glandular epithelial cells: 9.4 μm on D4, 6.2 μm on D35, 6.4 μm on D70 (P=0.035).•The mammary glands appeared rectangular to almost square, with pink to mildly red colour; from D56 of the puerperium, pale yellow colouration was also evident in some areas of the mammary glands. There was no association between the number of teat orifices and the risk of infection of the respective mammary gland. Dimensions of the mammary glands were greatest during D14 to D42, then, progressively, decreased. From D4 to D42, dimensions of Rc2 were greater than those of Rc1, a pattern which changed from D56 onwards; in general, dimensions of Rc1 and Rc2 were greater than those of Rc3. The decrease of dimensions of the mammary glands observed during the study was significant (P<0.001).•No bacteria were isolated from any mammary parenchyma tissue sample of any bitch.•In all mammary glands studied, all lobes and lobules within the same sample had similar histological features. Similarities were evident in the mammary glands of the same animal: up to D42, all mammary glands of the same animal were in full lactation, whilst on D70 and thereafter, all mammary glands of the same animal showed evidence of involution. Specifically on D56, differences were observed among the mammary glands of the animal, i.e. three mammary glands showed findings of being in full lactation, whilst a fourth showed evidence of involution. Inflammatory cells (predominantly macrophages and lymphocytes) were observed in the inter-alveolar space of all mammary glands. Until D42, mammary lobules were separated with a scant amount of connective tissue. Alveoli were well developed and distended; they appeared to have a spherical to slightly ovoid structure, with myoepithelial cells grasping them around. The epithelial cells were uniform, cubical to slightly parallelepiped in shape. From D70, the between-lobules connective tissue was abundant and dense, occupying a major part of each optical field; increased numbers of fibroblasts were observed; the stroma of connective tissue within the lobules contained inflammatory cells; alveoli appeared irregularly-shaped and collapsing, shrunken or fully collapsed; the few epithelial cells in each alveolus were flattened and slender. Median number of alveoli per lobule decreased as the puerperium progressed (P<0.001); median number of epithelial cells per alveolus also decreased (P=0.005). Rc3 mammary glands had a significantly smaller number of alveoli than Rc1 or Rc2 mammary glands. No significant differences were evident between the number of epithelial cells per alveolus between the mammary glands. Median diametre of alveoli and median height of epithelial cells decreased significantly in L4 (P<0.045).The conclusions from the results of the present thesis are summarised herebelow.(a) ‘Reference’ values for haematological and blood biochemical values are proposed for samples collected from bitches during the peri-parturient period. New values are proposed for haematocrit, leucocyte counts, thrombocyte counts, haemoglobin concentration, mature neutrophil counts, lymphocyte counts, total protein concentration, albumin concentration and C-reactive protein concentration.(b) The present ultrasonographic findings of the uterus and the mammary glands can be used as further reference data for imaging standards in bitches during the puerperium.(c) Current concepts about the length of post-partum involution of the genital system of bitches might need to be re-addressed. In primiparous animals, one may propose that involution could normally take longer than in multiparous bitches. The significance of ‘foamy’ cells in the uterus could be re-assessed and their presence could be considered as a normal feature. Perhaps, the quantity of such cells observed in samples from the animals, as well as other abnormal findings that might indicate subinvolution of placental sites, should be taken into account.(d) Despite a very high infection rate of the genital system in the immediately post-partum period, effective cellular (neutrophils) defences of the animal contribute to protection from development of metritis.(e) Involution of the mammary glands starts around the end of the 2nd month after whelping. By the end of the 3rd month after whelping (in cases the dam is still suckling puppies), the process is almost complete.(f) Staphylococci are the primary bacteria isolated from milk samples of healthy female dogs during lactation. The organisms likely originate from the skin of the animal. Infection risk of the caudal mammary glands is increased compared to that of the cranial glands. Infection risk during the early post-partum period is increased compared to that in later stages.(g) Macrophages and lymphocytes constitute the main cells present in mammary glands. The Whiteside test appears to be useful for detecting increased cellular content in the milk of female dogs.(h) Ethological observations indicate an association of normal behaviour with potential health problems. Sucking is a factor contributing to the increased infection risk of the caudal glands and of the early post-partum period. No adverse behaviours were observed in the dams. In general, litter size did not affect behaviours of female animals and their puppies.

Θηλυκός σκύλος
Involution
Female dog
Uterus
Μήτρα
Παλινδρόμηση
Puerperium
Λοχεία

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) (EL)
National Documentation Centre (EKT) (EN)

2012


University of Thessaly (UTH)
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.