Η φωνολογική λέξη στην ελληνική και η σύγκρισή της με την αραβική: πορίσματα και εφαρμογές

 
Το τεκμήριο παρέχεται από τον φορέα :

Αποθετήριο :
Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών
δείτε την πρωτότυπη σελίδα τεκμηρίου
στον ιστότοπο του αποθετηρίου του φορέα για περισσότερες πληροφορίες και για να δείτε όλα τα ψηφιακά αρχεία του τεκμηρίου*
κοινοποιήστε το τεκμήριο




2008 (EL)
Η φωνολογική λέξη στην ελληνική και η σύγκρισή της με την αραβική: πορίσματα και εφαρμογές

Νικολού, Καλομοίρα

Στην παρούσα διατριβή παρουσιάστηκε μία εκτενής μελέτη των μορφοσυντακτικών δομών της Ελληνικής (παραγωγή, σύνθεση, κλιτικά) που οργανώνονται στο προσωδιακό συστατικό της φωνολογικής λέξης και προσεγγίστηκαν συγκριτικά ανάλογες δομές που προέρχονται από μία τυπολογικά διαφορετική γλώσσα, όπως η Αραβική.Σύμφωνα με την ανάλυση που προσφέραμε στα προηγούμενα κεφάλαια, η ταυτότητα της φωνολογικής λέξης στην Ελληνική διαμορφώνεται ως εξής.είναι το συστατικό μέσα στο οποίο αποδίδεται ο κύριος τόνοςαποτελεί το πεδίο εφαρμογής των φωνολογικών κανόνωνσυμμετέχει στην αλληλεπίδραση με τη μορφοσύνταξηέχει διπλή υπόσταση: λειτουργεί σαν λεξικό και μεταλεξικό συστατικόδεν είναι πάντα ισόμορφη με τη μορφολογική λέξηΠιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα που εξετάσαμε, δείξαμε: (α) την ύπαρξη ισομορφισμού φωνολογίας-μορφοσύνταξης σε επαναδρομικού τύπου δομές (προθήματα, σύνθετα), η οποία υποστηρίζεται και από τα κλιτικά, (β) τη συνύπαρξη αρχαϊκού-δημοτικού επιπέδου στο φωνολογικό σύστημα της Ελληνικής που αντανακλάται (i) στις λέξεις με παραγωγικά/κλιτικά επιθήματα, (ii) στις παράγωγες λέξεις με προθήματα. Νέες δομές (π.χ. πολυλεκτικά σύνθετα) δεν επιβαρύνονται με αυτό το δίπτυχο. Επιπλέον, υποστηρίχθηκε ότι η φωνολογική λέξη –στην απλή ή τη διευρυμένη της μορφή– αποτελεί το συστατικό που οργανώνει προσωδιακά τα μορφοσυντακτικά στοιχεία που συμμετέχουν στις διαδικασίες της κλίσης, της παραγωγής, της σύνθεσης και της κλιτικοποίησης (βλ. ενότητα 5.8, Πίνακα 1, όπου δίνεται η τυπολογία των φωνολογικών λέξεων της Ελληνικής).Στο πλαίσιο εξέτασης της φωνολογικής λέξης υποστηρίχθηκε ότι διάφορες φωνολογικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων κριτηρίων, αποτελούν δείκτες της προσωδιακής οργάνωσης των μορφολογικών μονάδων. Δόθηκε επομένως μία διεξοδική παρουσίαση των τεμαχιακών φωνολογικών κανόνων που εφαρμόζονται στο πεδίο της φωνολογικής λέξης τόσο στην Ελληνική όσο και στην 224Αραβική. Διακρίναμε τις φωνολογικές διαδικασίες σε λεξικές και μεταλεξικές, ανάλογα με το αν επιτελούνται στο λεξικό ή μεταλεξικό τομέα της γραμματικής.Πιο συγκεκριμένα, τα διαγνωστικά κριτήρια στα οποία στηριχθήκαμε για την ανίχνευση του προσωδιακού συστατικού της φωνολογικής λέξης στην Ελληνική είναι: (α) η ύπαρξη ενός βασικού τόνου, (β) τεμαχιακοί φωνολογικοί κανόνες, (γ) μετρικά φαινόμενα (ανάπτυξη δευτερεύοντα τόνου), (δ) φωνοτακτικοί περιορισμοί. Αντίθετα, άλλα είδη κριτηρίων, όπως οι περιορισμοί της ελάχιστης λέξης, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σε αρκετές γλώσσες, μεταξύ άλλων και στην Αραβική, φαίνεται να μη λειτουργούν στην περίπτωση της Ελληνικής.Όσον αφορά τα επιθήματα, κλιτικά και παραγωγικά, υποστηρίχθηκε ότι προσωδιακά ενσωματώνονται στη φωνολογική λέξη της μορφολογικής βάσης στην οποία προστίθενται. Για τα προθήματα, προτείναμε τη διχοτόμησή τους σε χαλαρά και μη χαλαρά, με κριτήρια την παραγωγικότητα και τη σημασιολογική τους διαφάνεια. Για τα πρώτα υποστηρίχθηκε ότι προσαρτώνται στη φωνολογική λέξη της βάσης, σχηματίζοντας μία διευρυμένη/ επαναδρομική φωνολογική λέξη. Τα μη χαλαρά προθήματα ως αδιαφανείς και μη παραγωγικές πλέον δομές παρουσιάζουν κοινή προσωδιακή δομή με τα επιθήματα.Η διαφορετική προσωδιακή εικόνα που χαρακτηρίζει τα παραγωγικά επιθήματα και προθήματα της Ελληνικής παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνη που ισχύει για τις ρομανικές γλώσσες (γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά). Η παρούσα έρευνα ενισχύει επομένως τη διαγλωσσική υπόθεση ότι τα επιθήματα εμφανίζουν μεγαλύτερη φωνολογική συνεκτικότητα με τη μορφολογική βάση στην οποία προσαρτώνται σε σχέση με τα προθήματα. Επίσης, αξίζει να επισημάνουμε ότι η προσωδιακή ασυμμετρία μεταξύ προθημάτων-επιθημάτων αντικατοπτρίζει την ασυμμετρία που έχει παρατηρηθεί για τις προκλιτικές και εγκλιτικές δομές στην Ελληνική και σε αρκετές διαλέκτους της (Revithiadou 2006, Revithiadou & Spyropoulos 2008). Ειδικότερα, παρουσιάστηκαν τα φωνολογικά χαρακτηριστικά των κλιτικών δομών της Ελληνικής, τα οποία είτε ενσωματώνονται στη φωνολογική λέξη, είτε προσαρτώνται επαναδρομικά σε αυτήν. Με άλλα λόγια, διαπιστώθηκε ότι η περίπτωση των ελεύθερων κλιτικών (Selkirk 1995) –τα οποία χαρακτηρίζονται από την προσάρτηση στη φωνολογική φράση– δεν επιβεβαιώνονται από τα ελληνικά δεδομένα. Από τη φωνολογική συμπεριφορά του οριστικού άρθρου και των μορίων να/θα, η οποία τείνει προς εκείνη των εγκλιτικών, προέκυψε ότι για τα προκλιτικά στην Ελληνική υπάρχουν δύο διαφορετικά προσωδιακά σχήματα: (α) είτε ενσωματώνονται στη φωνολογική λέξη της βάσης τους (οριστικό άρθρο/ μόρια να, θα) (β) είτε προσαρτώνται φωνολογικά σε αυτή και δημιουργούν επαναδρομικές δομές (ασθενείς αντωνυμίες). Αντίστοιχο φαινόμενο έχει παρατηρηθεί στη γερμανική γλώσσα (Hall 1999b), όπου τα εγκλιτικά διαθέτουν επίσης δύο διαφορετικές προσωδιακές αναπαραστάσεις.Τα φωνολογικά δεδομένα που επεξεργαστήκαμε σε σχέση με τις σύνθετες λέξεις της Ελληνικής όπως επίσης και διαγλωσσική φωνολογική έρευνα (βλ. Viga!rio 2003) έδειξαν ότι οι φωνολογικές λέξεις οργανώνονται σε ένα φωνολογικό συστατικό που δεν είναι απαραίτητα η φωνολογική φράση. Πιο συγκεκριμένα, προτείναμε ότι μια ανάλυση που χρησιμοποιεί τη διευρυμένη 225μορφή της φωνολογικής λέξης είναι πιο κατάλληλη για την προσωδιακή οργάνωση των χαλαρών πολυλεκτικών συνθέτων της Ελληνικής, γιατί: (α) αποτυπώνει τη διαφορετική φωνολογική συμπεριφορά των πολυλεκτικών συνθέτων σε σχέση με τις υπόλοιπες φωνολογικές φράσεις, (β) αποτελεί μια πιο οικονομική προσέγγιση, εφόσον δεν επιβαρύνει την Προσωδιακή Ιεραρχία με επιπλέον συστατικά (π.χ. ελάχιστη και μέγιστη φράση, βλ. Condoravdi 1990). Αυτό συνεπάγεται τον επαναπροσδιορισμό των αναλύσεων που αντιμετωπίζουν όλους τους σύνθετους πολυλεκτικούς σχηματισμούς να οργανώνονται προσωδιακά από το συστατικό της φωνολογικής φράσης (Nespor & Ralli 1994, 1996, Nespor 1999).Από την αντιπαραβολική μελέτη της Ελληνικής και της Αραβικής διαπιστώθηκε ότι, αν και οι δύο υπό ανάλυση γλώσσες δεν έχουν καμία γενετική συγγένεια μεταξύ τους, κάποια φωνολογικά χαρακτηριστικά τους είναι κοινά. Για παράδειγμα, μία ομάδα αφομοιωτικών κανόνων, όπως οι ηχηροποιήσεις, είναι κοινή και στις δύο γλώσσες. Διαπιστώθηκε επίσης ότι μία σχηματική γλώσσα, όπως η Αραβική, δεν αποκλείει την προσφυματοποίηση ως διαδικασία σχηματισμού νέων λέξεων, ιδιότητα που χαρακτηρίζει τις συνθετικές, τις συγκολλητικές και τις πολυσυνθετικές γλώσσες. Σαφώς οι αποκλίσεις μεταξύ των δύο συστημάτων είναι περισσότερες σε σχέση με τα σημεία τομής τους, το οποίο επιβεβαιώνει τις αρχικές μας προβλέψεις. Ως σημαντική απόκλιση αναφέρουμε ότι η ελάχιστη φωνολογική λέξη στην Αραβική σχηματίζεται από το θέμα, ενώ στην Ελληνική αποτελείται από το συνδυασμό του θέματος και του κλιτικού επιθήματος. Η διαφορά αυτή απορρέει από το είδος της μορφολογίας της κάθε γλώσσας. Επίσης, στην περίπτωση της προσωδιακής οργάνωσης των κλιτικών αντικειμένων, η Αραβική επιλέγει την ενσωμάτωση στη μορφολογική βάση, ενώ η Ελληνική, εκτός από αυτόν τον τρόπο οργάνωσης, προωθεί επίσης τη φωνολογική προσάρτηση των (προ)κλιτικών.Τα πορίσματα αυτής της επιστημονικής μελέτης μπορούν να συμβάλουν στη φωνολογική θεωρία γενικότερα. Ο ρόλος της Προσωδιακής Ιεραρχίας είναι πολύ σημαντικός, καθώς οι προσωδιακές κατηγορίες τις οποίες περιλαμβάνει είναι απαραίτητες για τη φωνολογική οργάνωση των λέξεων. Πιο συγκεκριμένα, έχει υποστηριχθεί ότι οι λέξεις, είτε με λεξικό είτε με γραμματικό περιεχόμενο (lexical/ functional words), οργανώνονται προσωδιακά από διάφορα συστατικά, όπως η φωνολογική λέξη, η κλιτική ομάδα ή η φωνολογική φράση (συμπεριλαμβανομένων των επιμέρους κατηγοριών, όπως η ελάχιστη και η μέγιστη φράση). Ο υπάρχων φορμαλισμός δεν επιβεβαιώνεται σε όλες τις εκφάνσεις του από τα δεδομένα που εξετάστηκαν στην παρούσα διατριβή. Από τη φωνολογική ανάλυση των επιθηματοποιημένων και προθηματοποιημένων δομών, των συνθέτων και των κλιτικών της Ελληνικής προέκυψε ότι το συστατικό της φωνολογικής λέξης –στην απλή ή τη διευρυμένη μορφή– είναι επαρκές για την προσωδιακή οργάνωση των μορφολογικών μονάδων που συμμετέχουν στις παραπάνω δομές. Η χρήση ενός φωνολογικού συστατικού για την οργάνωση των παραπάνω δομών καθώς και ο αποκλεισμός της κλιτικής ομάδας από το σύνολο των καθολικών προσωδιακών συστατικών συνεπάγονται μια απλοποιημένη εκδοχή της Προσωδιακής Ιεραρχίας με λίγες προσωδιακές κατηγορίες (Itô & Mester 2007).226Παράλληλα, με την παρούσα εργασία τονίζεται η άμεση σχέση μεταξύ των φωνολογικών και μορφοσυντακτικών ορίων. Από την ανάλυση που δόθηκε στα κεφάλαια που αφορούν τα ελληνικά, προέκυψε ότι οι φωνολογικά επαναδρομικές δομές αντανακλούν επίσης τις μορφοσυντακτικά επαναδρομικές αναπαραστάσεις. Η διαπίστωση αυτή ευθυγραμμίζεται με την πρόταση των Kabak & Revithiadou (υπό δημ.) ότι η μορφοσυντακτική επαναδρομή ‘αντικατοπτρίζεται’ στη φωνολογία ως επαναδρομή στο επίπεδο της φωνολογικής λέξης. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη επαναδρομικής φωνολογικής λέξης στην Αραβική δείχνει την έλλειψη επαναδρομής στη μορφοσυντακτική δομή.Παρά το γεγονός ότι η παρούσα διατριβή εστίασε το ενδιαφέρον της στη φωνολογική οργάνωση των μορφοσυντακτικών μονάδων της Ελληνικής και της Αραβικής, ένα μέρος της πραγματεύτηκε θέματα εφαρμοσμένης γλωσσολογίας και προσέφερε διδακτικές προτάσεις για την εκμάθηση της Αραβικής ως ξένης γλώσσας από ελληνόφωνους. Ειδικότερα, θεωρούμε ότι η φωνολογική λέξη μπορεί να αξιοποιηθεί στη διδασκαλία των γλωσσών ως ένα βοηθητικό εργαλείο στην προσέγγιση, από την πλευρά των σπουδαστών, των διαφόρων φωνολογικών κανόνων που εφαρμόζονται μέσα στο πεδίο της και στην καλύτερη κατανόηση φαινομένων, όπως η κατανομή του κύριου τόνου και η ανάπτυξη δευτερεύοντα τόνου, οι φωνοτακτικοί περιορισμοί, κτλ.Η παρούσα μελέτη άφησε αναπάντητα αρκετά ερωτήματα και έδωσε τροφή για τη δημιουργία πολλών περισσότερων που αποτελούν αντικείμενα για περαιτέρω έρευνα. Από την ενασχόλησή μας με θέματα που αφορούσαν την ανάπτυξη δευτερεύοντα τόνου, όπως στην περίπτωση των κλιτικών και των χαλαρών πολυλεκτικών συνθέτων στην Ελληνική, προέκυψε η ανάγκη συστηματικής μελέτης αυτού του φαινόμενου της Ελληνικής, κυρίως από φωνητική σκοπιά. Επίσης, η εξέταση των προσωδιακών χαρακτηριστικών των σύνθετων λέξεων στην Αραβική μας έφερε αντιμέτωπους με την έλλειψη εξειδικευμένων ερευνών σχετικά με το φαινόμενο της σύνθεσης. Είναι πολύ σημαντικό να στηρίξουμε τα πορίσματα της παρούσας μελέτης σε περισσότερα δεδομένα, κυρίως προφορικά, από φυσικούς ομιλητές της Αραβικής. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι αδιαμφισβήτητα απαιτείται συστηματικότερη συγκριτική μελέτη του φωνολογικού συστήματος των δύο υπό εξέταση γλωσσών, προκειμένου να εξαχθούν πιο βάσιμα συμπεράσματα. Αυτό αποτελεί μία καλή κατεύθυνση για περαιτέρω έρευνα στο μέλλον.

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) (EL)
National Documentation Centre (EKT) (EN)

Ελληνική γλώσσα

2008


Πανεπιστήμιο Αιγαίου
University of the Aegean



*Η εύρυθμη και αδιάλειπτη λειτουργία των διαδικτυακών διευθύνσεων των συλλογών (ψηφιακό αρχείο, καρτέλα τεκμηρίου στο αποθετήριο) είναι αποκλειστική ευθύνη των αντίστοιχων Φορέων περιεχομένου.