Η παρούσα μελέτη εξετάζει πώς κάποιες ενδοψυχικές συγκρούσεις από την πλευρά του θεραπευτή, οι οποίες συνδέονται με την ιδιότητά του ως θεραπευτή, μπορούν να αποτελέσουν πρόσκομμα στη θεραπευτική εργασία ή/και απειλή για τη συνέχισή της, αν δεν τύχουν κατάλληλης επεξεργασίας. Μια πιο ειδική υπόθεση που γίνεται είναι ότι οι πιο αρχάριοι θεραπευτές, λόγω της πιο εύθραυστης αναλυτικής τους ταυτότητας, βιώνουν πιο έντονες αντιμεταβιβαστικές εμπειρίες που συνδέονται με την ιδιότητά τους ως θεραπευτές, πράγμα που δυσκολεύει τη διαχείρισή τους στη μεταβιβαστική-αντιμεταβιβαστική κατάσταση. Ένας ακόμα άξονας που θα μελετηθεί είναι οι αντιμεταβιβαστικές αντιδράσεις στον κίνδυνο dropout του ασθενούς (είτε πραγματικό είτε φαντασιακό) αλλά και πώς αυτές επηρεάζουν τη θεραπευτική σχέση και τη συνέχιση της θεραπείας. Οι ερευνητικές υποθέσεις της παρούσας εργασίας στηρίζονται σε μια θεώρηση της ψυχαναλυτικής εργασίας που υποστηρίζει ότι η ψυχαναλυτική διαδικασία δεν αφορά μόνο τη δυαδική συγκεκριμένη σχέση του θεραπευτή με τον εκάστωτε θεραπευόμενο αλλά και τη σχέση του θεραπευτή με το επάγγελμά του.
Στο θεωρητικό μέρος της μελέτης γίνεται μια ανασκόπηση της έννοιας της αντιμεταβίβασης, από την πρώτη σύλληψή της από τον Freud ως εμπόδιο στη θεραπευτική διαδικασία, την ανάδειξη από τη δεκαετία του ’50 από ψυχαναλυτές όπως η Heimann και ο Racker της χρησιμότητάς της ως εργαλείο κατανόησης του ασυνειδήτου του ασθενούς, εώς την ανάπτυξη της έννοιας της διυποκειμενικότητας με την περαιτέρω έμφαση στην αναγνώριση και αξιοποίηση της υποκειμενικότητας του θεραπευτή στην αναλυτική διαδικασία. Κάποια είδη αντιμεταβιβαστικών φαινομένων, και συγκεκριμένα η ονειροπόληση, η σωματική αντιμεταβίβαση και η διαδραμάτιση εξετάζονται εννοιολογικά, καθώς θεωρείται ότι αποτελούν κομμάτι της νέας κατεύθυνσης στην ψυχαναλυτική τεχνική που υποστηρίζει τη συμπερίληψη όλων των διαστάσεων της προσωπικότητας και της ύπαρξής του θεραπευτή προς όφελος της θεραπείας και του ασθενούς. Χρησιμοποιώντας τη διάκριση που κάνει ο Racker ανάμεσα στην άμεση και την έμμεση αντιμεταβίβαση εξετάζονται εκτενώς κάποιοι παράγοντες, και συγκεκριμένα οι ψυχικές απαιτήσεις της ψυχαναλυτικής εργασίας, η ασταθής αναλυτική λειτουργία, οι εκπαιδευτικές απαιτήσεις προκειμένου να γίνει κάποιος αναλυτής, το υψηλό Ιδεώδες του ψυχαναλυτικού επαγγέλματος και, τέλος, ο βιοπορισμός του νέου θεραπευτή από το επάγγελμα του, ως αιτίες που μπορούν να πυροδοτήσουν «έμμεσα» αντιμεταβιβαστικές αντιδράσεις οι οποίες δυσχεραίνουν την αναλυτική εργασία.
Η μεθοδολογία που κρίθηκε κατάλληλη προκειμένου να μελετηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα είναι η ποιοτική, η οποία συνδυάζει στοιχεία κλινικής και θεωρητικής έρευνας. Για την καλύτερη κατανόηση των κλινικών φαινομένων κρίθηκε σκόπιμο οι κύριες έννοιες που χρησιμοποιούνται να αναλυθούν ως προς το περιεχόμενό τους σύμφωνα με την εννοιολογική μεθοδολογία μελέτης. Τα τρία κλινικά παραδείγματα που παρατίθενται στο κυρίως κλινικό μέρος της μελέτης, έχουν ως στόχο να καταδείξουν πώς η ευθραυστότητα της θεραπευτικής ταυτότητας, κυρίως των λιγότερο έμπειρων θεραπευτών, μπορεί να τους επηρεάσει και προσωπικά και στην εργασία τους ως θεραπευτές και στην κατανόηση των ασθενών τους. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η παρούσα έρευνα είναι ότι η αντιμεταβίβαση που αφορά έμμεσα τη δυάδα ασθενή-θεραπευτή αλλά αφορά άμεσα τη σχέση του θεραπευτή με το εκπαιδευτικό πλαίσιο, τον επόπτη, την αναλυτική του ταυτότητα, την αναλυτική διαδικασία και το βιοπορισμό από το επάγγελμα, πρέπει να τυγχάνει ίσης διερεύνησης με την άμεση και τυπική έννοια της αντιμεταβίβασης προς τον ασθενή. Αν αυτές οι περιπλοκές στην αναλυτική διαδικασία δε λαμβάνονται υπόψιν, η κατανόηση της μεταβιβαστικής-αντιμεταβιβαστικής κατάστασης μπορεί να είναι ελλιπής με πιθανές συνέπειες στην εξέλιξη της θεραπευτικής διαδικασίας.
(EL)
This thesis examines how some intrapsychic conflicts from the part of the analyst, which are connected with his quality as an analyst, could be impediments in the therapeutic work and/or a threat for its continuation, unless proper working through takes place. One more specific hypothesis which is examined is that the more novice analysts, because of their fragile analytic identity, experience more intense countertransferencial affects which are connected with their quality as therapists, and this is something that makes the working through in the transferencial-countertranferencial situation more difficult. One more axis which will be examined is the countertranferencial reactions at the risk of the patient’s dropout (either real or in the phantasy and how these reactions affect the therapeutic relationship and the continuation of the therapy. The hypotheses of this thesis are based on a consideration of the psychoanalytic work which supports that the psychoanalytic process concerns not only the specific relationship of the therapist with each patient but also his relationship with his work as a therapist.
At the theoretical part of the thesis a review of the concept of countertransference is carried out, from its first conception from Freud as an impediment in the therapeutic process, to its highlight from the decade of 1950 as an instrument of understanding of the patient’s unconscious, until the development of the concept of intersubjectivity with the subsequent recognition and utilization of the therapist’s subjectivity in the analytic process. Some kinds of countertransferencial phenomena, and more specifically reverie, somatic countertransference and enactment are examined conceptually, since they are considered to be part of a new direction in psychoanalytic technique which supports the inclusion of the whole personality and existence of the therapist for the benefit of the therapy and the patient. Utilizing Racker’s distinction between direct and indirect countertransference some factors, and specifically the psychic demands of the psychoanalytic work, the vulnerable analytic identity, the educational demands in order for someone to become an analyst, the high Ideal of psychoanalysts and the new therapist’s livelihood from his work, are examined as causes which can cause indirectly countertransferencial reactions which are able to hinder the analytic work.
The methodology which is considered to be appropriate in order to examine the hypotheses is the qualitative research, which combines elements of clinical and theoretical research. For the better understanding of the clinical phenomena the main concepts are reviewed according to the conceptual research methodology. The three clinical cases which are presented in the main clinical part of the thesis aim to show how the vulnerability of the therapeutic identity of the less experienced therapists can affect them personally, in their work as therapists and in their understanding about the patients. The conclusion of the thesis is that the indirect countertransference, which concerns indirectly the patient-therapist dyad but it concerns directly the relationship of the therapist with the educational framework, the supervisor, his analytic identity, the analytic procedure and his livelihood from his work, should be examined equally as the typical countertranference to the patient. If these complications in the analytic process are not taken into consideration, the understanding of the transferencial-countertranferencial situation is incomplete with possible consequences in the progress of the analytic process.
(EN)